Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΤΩΧΕΥΣΗ(1932

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΤΩΧΕΥΣΗ(1932)
Τα πρώτα σημάδια της παγκόσμιας κρίσης στην Ελλάδα
Το οικονομικό πρόγραμμα του Ελευθερίου Βενιζέλου είχε στόχο την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας. Γι’ αυτό είχε δρομολογήσει έναν αριθμό μεγάλων δημόσιων έργων, η ολοκλήρωση των οποίων θα έφερνε ευημερία και ανάπτυξη. Όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα, αλλά η διεθνής οικονομική συγκυρία δεν επέτρεψε την άμεση και έγκαιρη ολοκλήρωσή τους. Η κατάρρευση(κραχ) του αμερικανικού χρηματιστηρίου της Ν. Υόρκης(1929), είχε αλυσιδωτές αντιδράσεις στις οικονομίες των κρατών της Ευρώπης και κυρίως σ’ αυτές των ασθενέστερων κρατών, όπως η Ελλάδα. Από το 1930, άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια της κρίσης και στην Ελλάδα. Οι εξαγωγές άρχισαν μειώνονται, ενώ δύσκολα μπορούσαν να βρεθούν χρηματοδοτήσεις από το εξωτερικό, για τη χρηματοδότηση των δημοσίων έργων. Ο Αλέξανδρος Διομήδης, διοικητής της Τ.τ.Ε. περιόδευε στο εξωτερικό, για να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για το δάνειο. Η διεθνής οικονομική κατάσταση ήταν δύσκολη, γιατί οι ευρωπαϊκές οικονομίες ήδη πλήττονταν από την κρίση. Τελικά, υπήρξαν ευνοϊκές εξελίξεις και ο Διομήδης ανέφερε(19/03/1931) από το Λονδίνο την έγκριση της απόφασης για την παραχώρηση δανείου 4,6 εκ £. Η τιμή έκδοσης του δανείου ήταν 83,5% με επιτόκιο 6%. Έτσι, το πραγματικό κεφάλαιο ανερχόταν μόλις στα 3,8 εκ £, ενώ το επιτόκιο στο 7,18%. Αν και οι όροι δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκοί, το δάνειο ήταν μια επιτυχία της Ελλάδας. Η Ρουμανία είχε πάρει(05/02) δάνειο 8 εκ £ από τη Γαλλία στην τιμή του 76% και με επιτόκιο 7%. Αυτή την εποχή η παγκόσμια οικονομική κρίση δεν τρόμαζε πολύ τους Έλληνες. Ο Υπουργός Οικονομικών, Μαρής, σε συζήτηση στη Βουλή για τον προϋπολογισμό του 1931/1932, υποστήριξε(27/03/1931) ότι η Ελλάδα θα ξεπερνούσε την κρίση και έκανε λεκτική επίθεση εναντίον όσων προέβλεπαν το αντίθετο. Είχε, όμως, άδικο, όπως αποδείχτηκε λίγους μήνες αργότερα. Οι συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης δεν είχαν φτάσει ακόμα στην Ελλάδα και το νόμισμα ακολουθούσε σταθεροποιητική πορεία. Όμως, ο διορισμένος από την Κ.Τ.Ε. Άγγλος σύμβουλος της Τράπεζας της Ελλάδας, Η. C. Finlayson, έγραψε(30/06/1931) στο Βενιζέλο προειδοποιώντας τον: «…εξακολουθεί να υφίσταται στην Ελλάδα σοβαρή έλλειψις οικονομικής ισσοροπίας και ότι, αν δε ληφθούν διορθωτικά μέτρα, είναι δυνατόν να δημιουργηθεί μια σοβαρή κατάστασις…»
Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και η αντίδραση της κυβέρνησης Βενιζέλου
Η κατάρρευση του αμερικανικού χρηματιστηρίου στη Ν Υόρκη(φθινόπωρο 1929), είχε σοβαρές συνέπειες σε όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες, έντονες το α’ 6μηνο του 1931. Η κατάσταση είχε χειροτερέψει(άνοιξη 1931) για τις οικονομίες των ευρωπαϊκών κρατών. Τα περισσότερα αδυνατούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη τους προς την Αμερική. Υπήρχε πρόβλημα και στις διευρωπαϊκές πληρωμές δανείων, πράγμα που επιδείνωνε περισσότερο το οικονομικό κλίμα. Το μεγαλύτερο, πρόβλημα το παρουσίαζε η οικονομία της ηττημένης στον Α΄ ΠΠ Γερμανίας, η οποία, εκτός των άλλων χρεών της, είχε και τις μεγαλύτερες πολεμικές οφειλές προς τις νικήτριες δυνάμεις. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Hoover, πρότεινε(20/06/1931) την ετήσια αναστολή των πληρωμών των επανορθώσεων από τη Γερμανία προς τους Συμμάχους σε συνδυασμό με την ετήσια αναστολή της πληρωμής των πολεμικών χρεών των Συμμάχων προς την Αμερική. Η Γερμανία είχε τόσο επηρεαστεί από την κρίση, ώστε αδυνατούσε να συνεχίσει τις πληρωμές προς το εξωτερικό. Αν η γερμανική οικονομία κατέρρεε, θα έπαυε να υφίσταται για τα αμερικάνικα εξαγώγιμα προϊόντα και η γερμανική αγορά, αφού θα είχε πτωχεύσει. Άμεσο αποτέλεσμα: να χαθούν τα αμερικανικά κεφάλαια, που είχαν επενδυθεί εκεί τα τελευταία χρόνια, πράγμα που θα επιδείνωνε περισσότερο την κατάσταση στην Αμερική. Τελικά, οι σύμμαχοι συμφώνησαν στο «χρεοστάσιο Hoover». Η σημαντικότερη επίπτωση για την Ελλάδα: έχανε-οριστικά- αρκετά ποσά από τις γερμανικές επανορθώσεις, που θα χρησιμοποιούνταν στην οικονομική ανάπτυξη και στη χρηματοδότηση των δημοσίων έργων. Η κατάσταση στην Ευρώπη επιδεινώθηκε(β’ 6μηνο 1931). Η Γερμανία επέβαλε(14 και 15/07) έλεγχο του συναλλάγματος κι έκλεισε τα χρηματιστηριακά ιδρύματα. Αυτή η κίνηση είχε αλυσιδωτές αντιδράσεις στο εξωτερικό. Η δέσμευση των αγγλικών χρημάτων επέφερε την ταχεία πτώση της τιμής της αγγλικής λίρας. Στην Αγγλία σχηματίστηκε εθνική κυβέρνηση(24/08) και η λίρα Αγγλίας εγκατέλειψε(21/09) τη χρυσή βάση(πράγμα που έκανε και η Αμερική(19/04/1933)), δηλ. έπαψε να μετατρέπεται σε χρυσό. Αυτό επέφερε την άμεση κατά 30% υποτίμησή της μέσα σ’ ένα 3μηνο. Το ίδιο παράδειγμα ακολούθησαν(ως το τέλος του 1932) άλλες 24 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, υπήρχαν(δ’ 4μηνο 1931) 2 βασικές απόψεις για την τακτική που έπρεπε να ακολουθήσει η Κυβέρνηση Βενιζέλου για το νόμισμα: να αποδεσμεύσει τη δραχμή από το χρυσό ή τη δραχμή από τη λίρα Αγγλίας και να τη συνδέσει με νόμισμα που ακόμα μετατρεπόταν σε χρυσό. Ο Βενιζέλος πρόκρινε τη 2η, γιατί πίστευε ότι η νομισματική σταθερότητα ήταν απαραίτητη για να διατηρήσει στο εξωτερικό την καλή φήμη της χώρας, ως προς την οικονομία της. Αν αποδέσμευε παντελώς το νόμισμα από το χρυσό, η απότομη υποτίμηση θα αλλοίωνε το οικονομικό προφίλ της χώρας και θα μειώνονταν οι ελπίδες για νέο δάνειο. Έτσι ανακλήθηκε(ν. 5322/28-9-1931) η σύνδεση με την αγγλική λίρα και την ισοτιμία του 1928(1 £=375 δρχ.) και το νόμισμα συνδέθηκε με το δολάριο(1 $=77,05 δρχ.) που ακόμα διατηρούσε τη σχέση του με το χρυσό. Η αποσύνδεση της δραχμής από την αγγλική λίρα είχε άμεση συνέπεια την υποτίμηση της δραχμής σε σχέση με τη λίρα κατά 31,2%. Η αύξηση των τιμών στην αγορά δεν ήταν + 6,8%. Έκλεισε το χρηματιστήριο, ώστε να περιοριστεί η ζήτηση χρυσού και ξένου συναλλάγματος. Ο δείκτης μέσης διακύμανσης αξιών των μετοχών του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ήταν(Σεπτέμβριος 1929) στις 82,83 μονάδες, είχε πέσει στις 45,08 μονάδες(Σεπτέμβριος 1931), έχοντας απολέσει το 46% της αξίας του. Αλλά αυτά τα μέτρα δεν μπορούσαν να σώσουν την ελληνική οικονομία. Η γενική κατάσταση των Τραπεζών και των διαθεσίμων τους επιδεινώθηκε. Τα μεγαλύτερα προβλήματα τα αντιμετώπιζε η Τ.τ.Ε. καθώς η διαμάχη της με τις εμπορικές τράπεζες, έσπρωχνε τις δεύτερες να οδηγούν το συνάλλαγμα στο εξωτερικό προφασιζόμενες ότι αγόραζαν τα ελληνικά χρεόγραφα. Στο εσωτερικό η μείωση του καλύμματος των χαρτονομισμάτων που διαχειριζόταν αποκλειστικά η Τ.τ.Ε. γρήγορα θα έφτανε στο όριο του 40%, που η ίδια είχε θέσει το 1927. Έτσι, για ν’ αποφύγει οποιεσδήποτε επιπλοκές, η Τ.τ.Ε. μετέτρεψε(τέλη Σεπτεμβρίου 1931) τις καταθέσεις όψεως σε καταθέσεις προθεσμίας. Παρά ταύτα, το συνάλλαγμα διέφευγε στο εξωτερικό και το όριο του αποθεματικού της μειωνόταν. Ήταν(Δεκέμβριος 1928) στα 11,3 εκ £, 5,1 εκ(Δεκέμβριος 1931) και 2,3 εκ(Απρίλιος 1932). Ο Δημήτριος Μάξιμος, τέως διοικητής της Εθνικής Τράπεζας και οικονομικός Σύμβουλος του αντιβενιζελικού Λαϊκού Κόμματος, έγραψε(05/12) άρθρο στις εφημερίδες ΠΡΩΙΑ και ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ και υποστήριζε την αναστολή όλων των πληρωμών της χώρας σε συνάλλαγμα. Αυτό ισοδυναμούσε με παραδοχή χρεοκοπίας της Ελλάδας. Πρότεινε τη συγχώνευση της Τράπεζας της Ελλάδας με την Εθνική Τράπεζα, πράγμα που προκάλεσε θόρυβο στους εγχώριους οικονομικούς κύκλους και στο εξωτερικό. Σε απάντηση η Κυβέρνηση δήλωσε ότι δε σκόπευε να κάνει κάτι τέτοιο, καθώς ανέμενε ότι θα βοηθιόνταν οικονομικά με νέο δάνειο από την Ευρώπη. Τα άσχημα νέα συνέχισαν να έρχονται από εκεί(10/12/1931). Ο Έλληνας πρέσβης στο Λονδίνο, Κακλαμάνος, ανέφερε ότι η τιμή των ελληνικών ομολογιών είχε πέσει κατακόρυφα και η φήμη για ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας ήταν έντονη. Τον ίδιο μήνα, ο Διοικητής της Τ.τ.Ε., Τσουδερός, επισκέφτηκε το Παρίσι και το Λονδίνο για να εξασφαλίσει ένα δάνειο για την Ελλάδα, αλλά δεν τα κατάφερε.
Η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας στα τέλη του 1931
Το γεγονός ότι η Λίρα Αγγλίας εγκατέλειψε τη χρυσή βάση είχε την αρνητική συνέπεια για την Ελλάδα να χαμηλώσει το κάλυμμα της Τ.τ.Ε. Θετικά: μειώθηκε το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, αφού αυτό οφειλόταν κυρίως σε λίρες Αγγλίας. Ο γενικός δείκτης της οικονομικής δραστηριότητας(με βάση το 1928=100) έπεσε στο 95,3. Σε σχέση με το 1930, οι ελληνικές εξαγωγές μειώθηκαν 23,2% σε ποσότητα και 30% σε αξία. Ως προς τις εξαγωγές των γεωργικών προϊόντων-συντριπτική πλειοψηφία ελληνικών εξαγωγών- οι τιμές τους έπεσαν κατακόρυφα, ενώ ο δείκτης τιμών εξαγωγικών προϊόντων μειώθηκε από 100(1928) στο 83,4(1931). Το κράτος, για ν’ αυξήσει τα έσοδά του και για να εμποδίσει τις εισαγωγές και την εκροή συναλλάγματος στο εξωτερικό, αύξησε τους εισαγωγικούς δασμούς. Έτσι, τα έσοδα του κράτους από τους εισαγωγικούς δασμούς αυξήθηκαν από 3,6 δις δρχ.(1928)(28,8 % επί της αξίας των εισαγωγών), στα 4 δις(1931)(46,3% επί της αξίας των εισαγωγών· μειώθηκαν σε σχέση με το 1928 κατά 30%). Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου από 6,1 δις δρχ.(1928), περιορίσθηκε στα 4,5(1931), λόγω των συναλλαγματικών ελέγχων και της μείωσης των διεθνών τιμών. Όμως, μειώθηκε και η αναλογία των εξαγωγών ως προς τις εισαγωγές στο 47,95%(1931) από 50,98%(1928). Ο δείκτης της αξίας της γεωργικής παραγωγής(με βάση το 1928=100) έπεσε στο 67,6(1931) και ο όγκος της γεωργικής παραγωγής στο 86,7. Ο γενικός δείκτης χονδρικών τιμών(με βάση το 1928=100), ήταν στο 86(1931). Για τα γεωργικά προϊόντα έπεσε στο 78, τα ζωικά στο 98, τα βιομηχανικά στο 86, τα εγχώρια γενικά στο 85 και τα ξένα προϊόντα στο 86. Κρίση εκδηλωνόταν και στις επιχειρήσεις. Οι πτωχεύσεις παρουσίαζαν αύξηση(1928). Αυξήθηκαν 150%(1928-9) και το 1929-30 κατά 90%(893 πτωχεύσεις). Πτώχευσαν(1927-9) 779 εταιρείες-οι 20 βιομηχανίες-. Πτώχευσαν(1929-32) 1.937 εταιρείες-οι 501 βιομηχανίες-. Δηλ. η οικονομική κρίση(1930-) είχε χτυπήσει πολύ τη βιομηχανία. Ο γενικός τιμάριθμος κόστους ζωής παρουσίασε(1931 σε σχέση με το 1928) πτώση 8,68%, της διατροφής 17%, της ενδυμασίας 0,14% και των προϊόντων 3,49%. Αύξηση σημείωσαν ο τιμάριθμος κατοικίας κατά 21% και του φωτισμού/θέρμανσης 4%. Το μέσο ονομαστικό ανδρικό ημερομίσθιο του εργάτη στην περιοχή Αθήνας-Πειραιά παρουσίασε πτώση 10%. Η ανεργία χτύπησε τη βιομηχανία. Γενικά η ανεργία υπερδιπλασιάστηκε. Από 75.000 άτομα(1928) ανήλθε(1931) στα 165.000 άτομα και στα 218.000 άτομα(1932). Η οικονομική δραστηριότητα άρχισε να μειώνεται. Παρουσίασε αύξηση 5,79%(1927), 1,42%(1928) και 3,5%(1929). Μειώθηκε 3,48%(1930), 4,6%(1931) και 3,98%(1932). Το εθνικό εισόδημα μειώθηκε(1931 σε σχέση με το 1928) 14,6%, ενώ το ισοζύγιο πληρωμών μειώθηκε ελαφρά λόγω των δασμών που επέβαλλε το κράτος και της αποσύνδεσης της λίρας Αγγλίας από τη χρυσή βάση. Από 8,9 εκ £(1928) το 1928, έπεσε στα 7 εκ(1931). Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ο Βενιζέλος πιεζόταν να προχωρήσει στην υποτίμηση του νομίσματος, διαφορετικά γρήγορα θ’ αναγκαζόταν να διακόψει τις πληρωμές των χρεών προς το εξωτερικό, πράγμα που θα σήμαινε χρεοκοπία. Αυτός, όμως, πίστευε ότι δεν είχαν χαθεί τα πάντα. Έλπιζε ότι θα μπορούσε να στηριχθεί σ’ ένα ακόμα δάνειο, για να συνεχίσει τα αναπτυξιακά έργα κι έτσι θα πετύχαινε οικονομική ανάκαμψη. Γι’ αυτό ήταν αναγκαίο να διαφυλάξει τη νομισματική σταθερότητα και την ελληνική πίστη στο εξωτερικό σε υψηλά επίπεδα, πράγμα που θα διευκόλυνε το δανεισμό. Μ’ αυτό το σχέδιο ξεκίνησε(αρχές 1932) ενέργειες για την επίτευξη του νέου δανείου από το εξωτερικό.
Προσπάθειες Βενιζέλου για την αντιμετώπιση της κρίση(αρχές 1932) 
Οι Έλληνες πρέσβεις σε Ρώμη, Παρίσι και Λονδίνο ανέλαβαν(20/01/1932) να προετοιμάσουν τις ξένες κυβερνήσεις για την έλευση Βενιζέλου. Η ελληνική κυβέρνηση ζητούσε 5ετή αναστολή πληρωμής τοκοχρεολυσίων του δημοσίου χρέους(το εξωτερικό χρέος απορροφούσε +40% του δημοσίου προϋπολογισμού και +80% του συναλλάγματος, που απέφεραν οι εξαγωγές) και παροχή δανείου 50 εκ $ σε 4 ετήσιες δόσεις. Μ’ αυτά τα χρήματα θα ολοκληρώνονταν τα δημόσια έργα, θα ισοσκελιζόταν το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών και η χώρα θα απέφευγε τη χρεοκοπία. Η Τ.τ.Ε. είχε ζητήσει από την Δημοσιονομική Επιτροπή της Κ.Τ.Ε. να στείλει στην Ελλάδα μια επιτροπή που θα εξέταζε την οικονομία και θα πρότεινε μέτρα. Ο Βενιζέλος ξεκίνησε τις επισκέψεις από τη Ρώμη, όπου συναντήθηκε με το Mussolini και τον Grandi(22/01/1932). Κατόπιν επισκέφτηκε το Παρίσι. Έφτασε στο Λονδίνο(25/01). Συνάντησε τον πρωθυπουργό R. MacDonanld και τον Υπουργό Εξωτερικών, Simon και τον Υπουργό Οικονομικών, Neville Chamberlain(26/01). Του είπε ότι, αν δε βοηθούσαν την ελληνική οικονομία, αυτή θα χρεοκοπούσε σύντομα και ότι μόνο οι προτάσεις στο υπόμνημα μπορούσαν να είναι κάποια σοβαρή βοήθεια. Ο Άγγλος απάντησε ότι η αναστολή πληρωμής των χρεών δε θα είχε σοβαρό αποτέλεσμα. Αλλά, ακόμα κι αν γινόταν, χρειαζόταν τη συγκατάθεση της ΔΟΕ και των ομολογιούχων. Ο Βενιζέλος συνάντησε(28/01) τον Sir Frederick Leith-Ross του θησαυροφυλακίου. Ο τελευταίος ανέφερε ότι η αναστολή των πληρωμών δεν αφορούσε την Αγγλία, αλλά τους ομολογιούχους και κάτι τέτοιο θα έβλαπτε την πίστη της Ελλάδας στο εξωτερικό. Όσο για το δάνειο μόνο η χρηματαγορά θα μπορούσε να το εκδώσει. Πρότεινε στο Βενιζέλο να εγκαταλείψει τον κανόνα του χρυσού. Ο Βενιζέλος πληροφόρησε την Αθήνα για τ’ αποτελέσματα των συναντήσεών του και δήλωσε ότι υπήρχαν ελπίδες να πεισθούν οι ομολογιούχοι, ώστε να δεχθούν την πρόσκαιρη παύση των πληρωμών εκ μέρους της Ελλάδας. Η Δημοσιονομική Επιτροπή της Κ.Τ.Ε. είχε επιλέξει το Sir Otto Niemeyer, διευθυντή της Τράπεζας της Αγγλίας, για να ερευνήσει και να παρουσιάσει τα οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας. Ο Βενιζέλος είχε συνομιλήσει στο Λονδίνο και μ’ αυτόν. Ο Niemeyer, σε εμπιστευτική επιστολή προς τον Finlayson χαρακτήρισε τις προτάσεις Βενιζέλου λανθασμένες. Κάποια πιθανότητα έδινε στην παύση πληρωμών από την Ελλάδα, αλλά μόνο αν κρινόταν απολύτως απαραίτητο. Παρά ταύτα, Λονδίνο, Παρίσι και Ρώμη είχαν συμφωνήσει, ώστε και ο Άγγλος εκπρόσωπος της ΔΟΕ, L. G. Roussin, να εξέταζε την οικονομική κατάσταση της χώρας σε συνεργασία με την Τ.τ.Ε. Ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα και είχε 2 συναντήσεις με τους πολιτικούς αρχηγούς των κομμάτων(09 και 15/02). Τους ενημέρωσε σχετικά με το ταξίδι του και τους ανακοίνωσε την απόφασή του να μη γίνει καμία ενέργεια προτού ο Niemeyer έρθει στην Αθήνα, υποβάλλει την έκθεση του στην Κ.Τ.Ε. κι αυτή καταλήξει σε κάποια απόφαση. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης, συμφώνησαν με τον πρωθυπουργό. Έφτασε στην Αθήνα ο Niemeyer(16/02), για να εξετάσει την κατάσταση της οικονομίας της Ελλάδας. Έμεινε στην Αθήνα 2 εβδομάδες και πριν φύγει ειδοποίησε το Βενιζέλο ότι, αν προχωρούσε σε χρεοστάσιο, θα δημιουργούνταν σοβαρά προβλήματα με την πίστη της Ελλάδας στο εξωτερικό. Το ίδιο θα γινόταν, αν υλοποιούσαν τη σκέψη της συγχώνευσης της Τ.τ.Ε. με την Εθνική Τράπεζα. 
Η Δημοσιονομική Επιτροπή της Κ.Τ.Ε. και οι προσμονές της ελληνικής κυβέρνησης. 
Στην Αθήνα οργίαζε η φημολογία ανάμεσα σε επίσημους και ανεπίσημους οικονομικούς κύκλους. Άλλοι έλεγαν ότι ο Βενιζέλος είχε εξασφαλίσει το δάνειο και δημιουργούσε το θόρυβο για δικό του όφελος. Η αντίθετη εκδοχή, η σωστή, ανέφερε ότι ο Βενιζέλος δεν είχε πετύχει τίποτα και το μόνο που του έμενε ήταν ν’ αυξήσει τους φόρους, για να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό. Αν συνέβαινε το 2ο, η εντεινόμενη λαϊκή αγανάκτηση και η αναμενόμενη αποτυχία στο δάνειο θα οδηγούσαν το Βενιζέλο σε παραίτηση. Η Δημοσιονομική Επιτροπή της Κ.Τ.Ε. άρχισε τις εργασίες της(10/03) στο Παρίσι, για ν’ αποφασίσει για τα θέματα της οικονομικής βοήθειας προς Ελλάδα, Βουλγαρία, Αυστρία και Ουγγαρία. Ο Sir Otto Niemeyer είχε υποβάλλει τις προτάσεις του στην Επιτροπή σχετικά με την ελληνική οικονομία. Από ελληνικής πλευράς ήταν παρών εκτός από τον Υπουργό Εξωτερικών, Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, ο Υπουργός Οικονομικών Γ. Μαρής, ο Εμμ. Τσουδερός και ο Γ. Μαντζαβίνος. Ο Niemeyer ανέφερε στην Επιτροπή ότι ο προϋπολογισμός της Ελλάδας για το 1931/1932 ήταν ελλειμματικός και τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της Τ.τ.Ε. είχαν φτάσει στο 32%, ενώ στο τέλος του Μαρτίου υπολογίζονταν στο 27%. Η Ελλάδα όφειλε να προχωρήσει σε μεγάλη περικοπή δαπανών για να εξοικονομηθούν χρήματα για τα δημόσια έργα, που χρειάζονταν και τα χρήματα από το εξωτερικό, για να συνεχιστούν. Πρότεινε την ετήσια αναστολή πληρωμών και τη συνέχιση της σύνδεσης της δραχμής με το χρυσό κανόνα συναλλάγματος, ώστε να διατηρηθεί η πίστη της Ελλάδας στο εξωτερικό. Στη Σύνοδο μίλησε ο Μαρής και ζήτησε 2 κυρίως πράγματα, που κατά τη γνώμη του, θα έβγαζαν από το αδιέξοδο την ελληνική οικονομία: α) 5ετή αναστολή των πληρωμών της Ελλάδας προς το εξωτερικό. Αυτό θα επέτρεπε την οικονομία 430 εκ δρχ. και επιπλέον από το ισοζύγιο πληρωμών, εξοικονόμηση ακόμα 1,16 εκ £. β)Δάνειο 50 εκ $ για τη χρηματοδότηση του αναπτυξιακού προγράμματος σε εξέλιξη. Είπε ότι θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν ακόμα 500 εκ δρχ. από διάφορες οικονομίες για το επόμενο έτος. Η Επιτροπή ολοκλήρωσε(23/03) τις εργασίες της και τα αποτελέσματα θα τα ανακοίνωνε στις 29/03. Όμως, ο ΠΟΛΙΤΗΣ ανέφερε από το Παρίσι ότι είχε καταφέρει να πληροφορηθεί την απόφαση που αφορούσε την Ελλάδα. Σύμφωνα μ’ αυτήν, η Δημοσιονομική Επιτροπή της Κ.Τ.Ε. κατανοούσε τη δύσκολη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και πρότεινε την αναστολή πληρωμής των δανείων για ένα χρόνο, με σύγχρονη κατάθεση του αντίστοιχου ποσού των τοκοχρεολυσίων σε δραχμές στην Τ.τ.Ε. Τέλος, πιθανόν ήταν να προτείνει την παροχή δανείου 10 εκ $ και συνιστούσε: αύξηση φορολογίας, περικοπή δημοσίων δαπανών και διορισμό ξένου συμβούλου στο ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών. Η Δημοσιονομική Επιτροπή είχε εν μέρει ικανοποιήσει τις ελληνικές αιτήσεις. Όμως, οι οφειλές της Ελλάδας προς τους επενδυτές του εξωτερικού πλησίαζαν. Η κυβέρνηση, δεν προχώρησε στην εξυπηρέτηση των λογαριασμών και η Τράπεζα της Αγγλίας πληροφόρησε(19/03) σχετικά τη ΔΟΕ. Η ΔΟΕ ζήτησε εξηγήσεις(21/03) από τον υποδιοικητή της Τ.τ.Ε. κι αυτός απάντησε ότι οι οδηγίες του από την Κυβέρνηση ήταν να αναμένει την έκδοση της απόφασης της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κ.Τ.Ε.(29/03). Η ΔΟΕ δεν έμεινε ικανοποιημένη από τις απαντήσεις, αλλά η Αθήνα δε φαινόταν διατεθειμένη να αλλάξει γνώμη ούτε στις 30/03. Οι Μεγάλες Δυνάμεις που είχαν εγγυηθεί για τα δάνεια δυσανασχέτησαν, λέγοντας ότι η ΔΟΕ δεν μπορούσε ν’ αλλάξει τους όρους των συμβάσεων των δανείων και η Ελλάδα δεν έπρεπε να προχωρήσει στην αναστολή των πληρωμών ή να πληρώσει τους τόκους σε στερλίνες. Παρά ταύτα, η ελληνική κυβέρνηση έμεινε αμετάπειστη, ενώ η Αγγλία και η Γαλλία προχώρησαν(01/04) στις πληρωμές των τοκοχρεολυσίων ως εγγυήτριες δυνάμεις. 
Ο «μαύρος Απρίλιος» της ελληνικής οικονομίας και η πτώχευση 
Στο εσωτερικό η πολιτική κατάσταση χειροτέρευε. Ο Βενιζέλος σε συνάντηση με τους πολιτικούς αρχηγούς των κομμάτων(25 και 28/03), πρότεινε τη συγκρότηση οικουμενικής κυβέρνησης και την υποστήριξη των αιτημάτων της Ελλάδας στην Κ.Τ.Ε.(μέσα Απριλίου). Μ’ αυτές τις προτάσεις ήθελε ν’ αποσπάσει από πάνω του τη διαφαινόμενη αποτυχία της κυβέρνησής του, μεταθέτοντας την ευθύνη της χρεοκοπίας σε συλλογικό επίπεδο. Πίστευε ότι η υποστήριξη των ελληνικών απόψεων από το σύνολο του πολιτικού κόσμου στην Κ.Τ.Ε. θα έδινε μεγαλύτερο κύρος στις προτάσεις τους κι έτσι, ίσως είχαν περισσότερες πιθανότητες να πετύχουν τους στόχους τους. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης συμφώνησαν, εκτός από τον Παναγή Τσαλδάρη του Λαϊκού Κόμματος που διέβλεπε τάση μεταφοράς της αποτυχίας της οικονομικής πολιτικής του Βενιζέλου στα υπόλοιπα κόμματα. Ο πολιτικός φανατισμός στο εσωτερικό, εξέθετε ακόμα περισσότερο τη χώρα στο εξωτερικό, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι Έλληνες πρέσβεις εργάζονταν, για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για το επιδιωκόμενο δάνειο και για το διακανονισμό του θέματος των πληρωμών προς τους ομολογιούχους. Ο πρέσβης της Αγγλίας, Ramsay, ειδοποιούσε(15/04) ότι η κατάσταση της Ελλάδας χειροτέρευε. Το εμπορικό χρέος διογκωνόταν, η τιμή της λίρας είχε φτάσει ανεπίσημα στις 580 δρχ.(375 δρχ. το 1928), ενώ η μαύρη αγορά χρυσού και συναλλάγματος οργίαζε. Οι δανειστές από το εξωτερικό ήταν πιεστικοί, ενώ η ελληνική κυβέρνηση ζητούσε πίστωση χρόνου, μέχρι να βγει απόφαση του Συμβουλίου της Κ.Τ.Ε. που θα συνεδρίαζε(09/04) στη Γενεύη. Στο εσωτερικό έμποροι και βιομήχανοι διαμαρτύρονταν για τις επιλογές της Κυβέρνησης στην αντιμετώπιση της κρίσης. Οι μικρές τράπεζες είχαν σοβαρά προβλήματα και η Τ.τ.Ε. προχώρησε σε χορηγήσεις ύψους 733 εκ δρχ. από τα οποία τα 500 πήγαν προς τις μικρότερες τράπεζες. Η ρευστότητα των τεσσάρων μεγάλων εμπορικών τραπεζών είχε μειωθεί από 16,8%(Δεκέμβριος 1931) και σε 9,7% (Απρίλιος 1932). Οι καταθέσεις του α’ τριμήνου του 1932 είχαν παρουσιάσει μείωση 11%, η κυκλοφορία του νομίσματος είχε μείωση 2,5%, ενώ το κάλυμμα του στην Τ.τ.Ε. ήταν πλέον σταθερά κάτω από το όριο του 40% που είχε θέσει η Τ.τ.Ε. όταν είχε ιδρυθεί. Ο Βενιζέλος βρισκόταν(13/04) στη Γενεύη για τη συνδιάσκεψη του Συμβουλίου της Κ.Τ.Ε. Μίλησε στην Κ.Τ.Ε.(15/04) για τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Επανέλαβε τις αιτήσεις του για πενταετή αναβολή πληρωμών και το δάνειο των 50 εκ $, εξηγώντας ότι μαζί με τα μέτρα που θα λάμβανε στο εσωτερικό, θα κατάφερνε ν’ ανορθώσει την οικονομία, να ολοκληρώσει τα αναπτυξιακά έργα και να ξεπληρώσει τους ομολογιούχους. Πίστευε ότι αν η χώρα δε δεχόταν τη βοήθεια που περίμενε, τότε τ’ αποτελέσματα θα ήταν μοιραία. Όμως, η τελική απόφαση της Κ.Τ.Ε. δεν ήταν ευνοϊκή. Ανέφερε: η Ελλάδα έπρεπε να λάβει ετήσια αναστολή για τις πληρωμές των εξωτερικών οφειλών της, έπρεπε να καταβληθεί το αντίτιμο των οφειλών σε δεσμευμένο λογαριασμό στην Τ.τ.Ε., όμως, δεν έκρινε ότι η Ελλάδα είχε ανάγκη δανείου. Αυτή η απόφαση ήταν η χαριστική βολή στην παραπαίουσα ελληνική οικονομία. Μετά, οι εξελίξεις για την Ελλάδα ήταν ραγδαίες. Παραιτήθηκε(21/04) ο υπουργός Οικονομικών, Γεώργιος Μαρής, ύστερα από διαφωνία με το Βενιζέλο. Ο Μαρής πίστευε ότι, αν εγκατέλειπαν το χρυσό κανόνα, θα έπρεπε να κηρύξουν εκλογές, γιατί διαφορετικά θα έπρεπε τα βαριά φορολογικά μέτρα να τα χρεωθεί μόνο το κόμμα τους. Αλλά ο Βενιζέλος διαφώνησε κι έτσι ο Μαρής παραιτήθηκε. Ο νέος Υπουργός, καθηγητής Κυριάκος Βαρβαρέσσος, κήρυξε(23/04) την πτώχευση και την αναστολή των πληρωμών από το ελληνικό δημόσιο, ενώ ζήτησε από τη ΔΟΕ δάνειο 200 εκ δρχ., που απορρίφθηκε. Ψηφίστηκε(26/04) νέος νόμος(5422/26-4-1932 και Φ.Ε.Κ. 133/1932), με τον οποίο η Τ.τ.Ε. απαλλασσόταν από την υποχρέωση να εξαργυρώνει τα χαρτονομίσματά της με χρυσό. Η Ελλάδα εγκατέλειψε(27/04) επίσημα τον κανόνα του χρυσού. Αυτή ήταν η 4η πτώχευση της Ελλάδας από το 1821. Η 1η συνέβη το 1827(μετά τα δάνεια το 1824 και 1825), η 2η το 1843 (μετά το δάνειο των 60 εκ φράγκων που έλαβε ο Όθωνας), η 3η το 1893(μετά το δάνειο του 1890) και η 4η το 1932.
Ο δανεισμός, οι τράπεζες και ο ρόλος τους στην πτώχευση της Ελλάδας
Ο δανεισμός και οι συνέπειές του στην ελληνική οικονομία
Η οικονομική κρίση της Ελλάδας και η πτώχευση του 1932, ήταν αποτέλεσμα ενός πλέγματος εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων. Εξωτερικοί: ήταν η παγκόσμια οικονομική κρίση, που ξεκίνησε από την Αμερική(1929) και γρήγορα έφτασε και στην Ευρώπη. Εσωτερικοί παράγοντες: υπερβολικός δανεισμός και ρόλος των τραπεζών στην εσωτερική αγορά. Μετά το 1922, όλες οι κυβερνήσεις είχαν στραφεί στον εξωτερικό δανεισμό. Κάνοντας ένα σύντομο απολογισμό των εξωτερικών δανείων που σύναψε η Ελλάδα(1922-32) θα διαπιστώσουμε ότι το συνολικό ονομαστικό κεφάλαιο αυτών των δανείων ήταν περίπου 1.015,2 εκ χρυσά γαλλικά φράγκα(15.563 εκ δρχ.), ενώ το πραγματικό ποσό που εισπράχθηκε ήταν 884,5 εκ χρυσά γαλλικά φράγκα(13.552 εκ δρχ.). Ο ΜΟ έκδοσης των δανείων ήταν το 89% του αρχικού κεφαλαίου, το μέσο ονομαστικό επιτόκιο 7%, ενώ το μέσο πραγματικό επιτόκιο ανερχόταν τουλάχιστον στο 8%. Ο μέσος χρόνος απόσβεσης των δανείων ήταν τα 33 έτη. Τα ποσά αυτά είναι τα περισσότερα που ποτέ είχε λάβει η Ελλάδα σε τόσο μικρό διάστημα. Το 67,42% αυτού του ποσού προερχόταν από τα κεφαλαιοκρατικά κέντρα της Αγγλίας, πράγμα που δείχνει και την εξάρτηση της Ελλάδας από αυτή. Διάφορα ποσά προέρχονταν από Αμερική(9,88%), Γαλλία (7,52%), Σουηδία(5,40%), Βέλγιο (3,44%) κ.ά.. Δάνεια εσωτερικού: 2.209 εκ δρχ.(144,1 εκ χρυσά γαλλικά φράγκα). Αποτέλεσμα αυτών: να επιβαρυνθεί δραματικά ο κρατικός προϋπολογισμός και το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας(αρχές 1928) ήταν 38 δις δρχ. και 44 δις(1931). Τα δάνεια ωφέλησαν πολλαπλά την Ελλάδα. Κατ’ αρχήν, η νομισματική σταθεροποίηση του 1928 ήταν το 1ο όφελος. Αυτό επέτρεψε στα επόμενα χρόνια να προχωρήσει ευκολότερα η σύναψη νέων δανείων με καλύτερους όρους, καθώς η οικονομική πίστη της χώρας προς το εξωτερικό είχε βελτιωθεί. Θεραπεύτηκαν από τις προσφυγικές ανάγκες, έντονες τη δεκαετία του 1920. Τα αρνητικά σημεία ήταν εξίσου σημαντικά. Η σύναψη των δανείων δεν είχε γίνει πάντα με τους καλύτερους όρους(προ 1928). Επειδή εκδίδονταν σε υψηλές τιμές, τα προτιμούσαν ακόμη και οι εσωτερικοί οικονομικοί κύκλοι, πράγμα που σήμαινε ότι ένα μεγάλο μέρος του συναλλάγματος έφευγε στο εξωτερικό και κατευθυνόταν στην κάλυψη των εκεί εκδομένων χρεογράφων. Δε συνέβαινε το ίδιο με τα ιδιωτικά χρεόγραφα του εσωτερικού. Και ο Βενιζέλος έλαβε δάνεια με βασικό στόχο τη χρήση τους σε δημόσια έργα. Άμεση συνέπεια του υπερβολικού δανεισμού: διογκώθηκαν τα ελλείμματα και ειδικά το δημόσιο χρέος. Η ετήσια εξυπηρέτηση των δανείων απαιτούσε το 81% των συναλλαγματικών εισπράξεων των εισαγωγών, ποσό εξαιρετικά υψηλό αν αναλογιστούμε ότι καμιά άλλη χώρα της ΝΑ Ευρώπης δεν αντιμετώπιζε κάτι ανάλογο. Το σύνολο των ετησίων πληρωμών προς το εξωτερικό από το 1,56 δις δρχ.(1923), έφτασε τα 2 δις(1925/6) και ήταν πάντα(1928/9) +3 δις ετησίως. Η Ελλάδα(1928-32) είχε εισπράξει από δάνεια 10,323 δις δρχ. και είχε καταβάλλει για την εξυπηρέτηση του χρέους 13,927 δις, δηλ. 35% περισσότερα χρήματα απ’ όσα είχε εισπράξει. Μια άλλη σημαντική συνέπεια του υπερδανεισμού της χώρας ήταν η επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού που με δυσκολία μπορούσε να ισοσκελιστεί. Τα αποτελέσματα αυτού του υπέρογκου δανεισμού εκδηλώθηκαν το 1932, οπότε η Ελλάδα, αδυνατώντας ν’ ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της στο εξωτερικό κήρυξε πτώχευση, δηλ. αναστολή πληρωμών των δανείων σε εσωτερικό και εξωτερικό.
Ο ρόλος των τραπεζών στην κρίση του 1932
Σημαντικό ρόλο στην ελληνική οικονομική κρίση του 1932, έπαιξαν και οι σχέσεις του Κράτους με τις εμπορικές τράπεζες, ποτέ καλές επί Βενιζέλου. Οι έντονες διαφορές παρουσιάστηκαν κυρίως από τη στιγμή της ίδρυσης της Τ.τ.Ε., ενώ οξύνθηκαν επί Βενιζέλου. Αυτό οφειλόταν στην προσπάθεια του Κράτους ν’ απελευθερωθεί από την κηδεμονία των εμπορικών Τραπεζών στον παραγωγικό τομέα. Ο Βενιζέλος είχε σκοπό τον περιορισμό της παντοδυναμίας της Εθνικής Τράπεζας και των άλλων εμπορικών τραπεζών. Έτσι, προχώρησε στην υλοποίηση μιας δέσμης μέτρων, που στόχο είχαν να μεγαλώσουν τον κρατικό παρεμβατισμό στην αγορά. Σοβαρή διαφωνία του Κράτους με τις Τράπεζες ήταν και το νομοσχέδιο «Περί Ανωνύμων Εταιρειών και Τραπεζών»(τέλη 1930). Η μεγάλη διαφορά μεταξύ Δημοσίου και Τραπεζών επικεντρωνόταν γύρω από το άρθρο 15 του νομού 5076/Δεκ. 1930 «Περί Υποχρεωτικής Ρευστότητας». Σύμφωνα με αυτό οι Τράπεζες στο εξής ήταν αναγκασμένες να διατηρούν ένα ποσοστό των καταθέσεων τους σε δραχμές, με μορφή κατάθεσης στην Τ.τ.Ε. Έτσι, θα διατηρούσαν αναγκαστικά στην Τ.τ.Ε. σε λογαριασμό κατάθεσης ως ταμειακά διαθέσιμα το 7% του συνόλου των καταθέσεων τους σε δραχμές (όψεως και ταμιευτηρίου) ή το 12% αυτών στο δικό τους ταμείο, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση όφειλαν να υποβάλλουν στην Τ.τ.Ε. μηνιαίες καταστάσεις, όπου θ’ αναφέρονταν τα ρευστά τους διαθέσιμα και όλες τις καταθέσεις όψεως και ταμιευτηρίου. Αν οι τράπεζες διάλεγαν να καταθέσουν τα διαθέσιμά τους στην Τ.τ.Ε. αυτή θα είχε το δικαίωμα να τα επενδύσει σε έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου με ολιγόμηνη διάρκεια. Ο Βενιζέλος επεδίωκε να προστατέψει κυρίως τους μικροκαταθέτες από τις απρόβλεπτες χρεοκοπίες των μικρών τραπεζών, οι οποίες ήταν Ανώνυμες Εταιρείες που επωφελούνταν από το νομικό καθεστώς και λειτουργούσαν ως Τράπεζες. Η Ένωση Τραπεζών και κυρίως η Εθνική διαμαρτυρήθηκαν εντονότατα σ’ αυτή την προοπτική και τελικά το μέτρο δεν υιοθετήθηκε πλήρως. Αλλά η κατάσταση των Τραπεζών, ιδίως των πιο μικρών, δεν ήταν καλή ακόμα και πριν την οικονομική κρίση. Ήδη είχαν αρχίσει(1929) να φαίνονται τα πρώτα σημάδια εξαιτίας του πολέμου που ασκούσαν οι μεγάλες τράπεζες στις μικρότερες με τη συνακόλουθη πτώχευση των μικρότερων τραπεζών. Πτώχευσαν η Αγγλοαμερικανική Τράπεζα, η Τράπεζα Θεσσαλίας(1929) και η Τράπεζα Βιομηχανίας(1930). Οι καταθέσεις στις τράπεζες μειώθηκαν(1931) από τα 6 δις δρχ.(Ιούνιος), στα 5 δις(Σεπτέμβριος). Αυξήθηκαν, όμως, οι καταθέσεις σε συνάλλαγμα την ίδια περίοδο από 2,6 δις δρχ. στα 2,9 δις, πράγμα που σήμαινε ότι η αγορά είχε αρχίσει να μην έχει εμπιστοσύνη στη δραχμή κι έκανε επενδύσεις σε συνάλλαγμα. Υπήρχαν κατηγορίες για την οικονομική αντιπολιτευτική τακτική της Εθνικής Τράπεζας ενάντια στην Τ.τ.Ε. ως κυρίου υπευθύνου της κερδοσκοπίας, γιατί η Εθνική ωθούσε κεφάλαια στο εξωτερικό και τα επένδυε σε αγορές ελληνικών χρεογράφων σε χρυσό στο χρηματιστήριο του Λονδίνου. Κατά τον Εμμανουήλ Τσουδερό, στόχος αυτής της πολιτικής, της Εθνικής ήταν να ανατρέψει τη νομισματική σταθεροποίηση, να οδηγήσει σε υποτίμηση τη δραχμή, ν’ αποδείξει ότι η Τ.τ.Ε. ήταν ανίκανη να διαχειριστεί το εθνικό νόμισμα, δεν μπορούσε να κατευθύνει την πολιτική των εμπορικών τραπεζών και ότι δεν μπορούσε ν’ ανταποκριθεί στους στόχους της ίδρυσής της, αφού και η ίδια δεν ήταν βιώσιμη. Άρα, και η παρουσία της στη χώρα ήταν άχρηστη. Τα πράγματα ήταν δύσκολα για την ελληνική οικονομία(Δεκέμβριος 1931). Τα ξένα κεφάλαια των τραπεζών μειώθηκαν, υπήρξε μείωση του καλύμματος της κυκλοφορίας, αυξήθηκε το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών, ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα των τραπεζών συνεχώς μειώνονταν. Η αντίδραση της Κυβέρνησης Βενιζέλου: αποσύνδεση της δραχμής από την αγγλική λίρα, η οποία ήδη είχε εγκαταλείψει τη χρυσή βάση, άμεση σύνδεση της δραχμής με το δολάριο που ακόμα δεν είχε αποσυνδεθεί από τη χρυσή βάση, κρατικός έλεγχος του συναλλάγματος, αναζήτηση δανείου από το εξωτερικό. Όλα αυτά δεν είχαν αποτέλεσμα. Η κρίση είχε εγκατασταθεί για τα καλά στην Ελλάδα(1932). Τα προηγούμενα έτη οι εμπορικές τράπεζες, για να αποφύγουν τον έλεγχο του Κράτους, διατηρούσαν μεγάλα κεφάλαια σε συνάλλαγμα. Αυτό είχε συνέπεια να οδηγηθούν σχεδόν στην κατάρρευση, καθώς μεγάλο μέρος του συναλλάγματος είχε μεταβιβαστεί στο εξωτερικό. Ο Βενιζέλος και οι Τράπεζες συμφώνησαν στη διατήρηση της σταθεροποίησης, καθώς η υποτίμηση της δραχμής θα δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα. Η κατάσταση είχε χειροτερέψει(Μάρτιος 1932). Τελικά, η κρίση χτύπησε και τις ελληνικές τράπεζες, ιδίως τις πιο μικρές. Στην Ελλάδα είχαν απομείνει μόνο 32 τραπεζικά ιδρύματα(τέλη 1932). Από αυτά, ένα ήταν το εκδοτικό, δηλ. η Τ.τ.Ε. και οι άλλες λειτουργούσαν ως καθαρά εμπορικές. Από τις εμπορικές, μεγάλες δεν ήταν πάνω από 5: Εθνική, Εμπορική, Αθηνών, Ανατολής και Λαϊκή τράπεζα. Αυτές συγκέντρωναν το 81% του συνόλου των τραπεζικών κεφαλαίων.
Οι πολιτικές συνέπειες της ελληνικής πτώχευσης
Από τη στιγμή που αναγγέλθηκε από το ελληνικό δημόσιο η αναστολή πληρωμών, δημιουργήθηκε αναστάτωση στους ομολογιούχους του εξωτερικού που άρχισαν να πιέζουν τις κυβερνήσεις τους να λάβουν μέτρα κατά της Ελλάδας. Οι πρέσβεις Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας και Αμερικής επέδωσαν(28/04) κοινή διαμαρτυρία στην Αθήνα. Η επιτροπή εμπειρογνωμόνων από τη Γενεύη αναγνώρισε(21/05) τη δυσμενή θέση της Ελλάδας, όμως, διατύπωσαν ότι όφειλε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, αν σκόπευε στο μέλλον να απευθυνθεί στην Κ.Τ.Ε. για ένα νέο δάνειο. Στο εσωτερικό οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες ασκούσαν έντονη κριτική στο Βενιζέλο. Ήταν φανερό ότι το τέλος της Κυβέρνησης Βενιζέλου είχε φτάσει. Η πίεση είχε γίνει αφόρητη και ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπέβαλε την παραίτησή του(21/05/1932), ελπίζοντας να ωθήσει τα κόμματα να σχηματίσουν μαζί του οικουμενική κυβέρνηση. Την ίδια ημέρα ανακοινώθηκε και η απόφαση του Συμβουλίου της Κ.τ.Ε. για την ελληνική πτώχευση. Η παραίτηση Βενιζέλου(21/05/1932) έφερε στην πρωθυπουργία για σύντομο χρονικό διάστημα(26/03-03/06) τον Αλ. Παπαναστασίου. Αυτός στηριζόταν στις ψήφους των βενιζελικών κομμάτων κι έκανε διακηρύξεις. Ανάμεσα σ’ αυτές: φορολογική απαλλαγή της αγροτικής παραγωγής, προώθηση ψήφισης του νομοσχεδίου για την κοινωνική ασφάλιση(ίδρυση του σημερινού ΙΚΑ) και καθιέρωση της απλής αναλογικής, ως εκλογικού συστήματος. Ο Βενιζέλος δήλωσε ότι δεν υποσχόταν την ανεπιφύλακτη υποστήριξη του Παπαναστασίου κι έτσι ο τελευταίος και η κυβέρνησή του παραιτήθηκαν(03/06). 2 μέρες αργότερα, ο Βενιζέλος επανήλθε στην εξουσία(05/06).
Η νέα κυβέρνηση του Βενιζέλου και τα μέτρα για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας
Το 1ο πράγμα που έκανε ο Βενιζέλος ήταν να ψηφιστεί το νομοσχέδιο για την κοινωνική ασφάλιση, καθώς ενδιαφερόταν, για την τύχη των πτωχότερων στρωμάτων του ελληνικού λαού, που ήδη πλήττονταν από τις δυσμενείς εξελίξεις στην οικονομία. Στη Συνδιάσκεψη της Λοζάνης για τις επανορθώσεις και τα πολεμικά χρέη ο Μιχαλακόπουλος υποστήριξε(18/06 και 02/07) τις θέσεις της Ελλάδας για τα χρέη και τις ανάγκες της. Μέσω του πρέσβη Χαράλαμπου Σιμόπουλου στην Washington, ο Βενιζέλος ζήτησε(30/06) από τον Υπουργό Οικονομικών της Αμερικής, Ogden L. Mills, και πέτυχε αναστολή πληρωμής 2,5 ετών των ομολογιών που έληγαν την 1η Ιουλίου. Ο Υπουργός Οικονομικών, Κ. Βαρβαρέσσος, ύστερα από διαπραγματεύσεις με τους ομολογιούχους που αντιπροσωπεύονταν από τη League Loans Committee στο Παρίσι πέτυχε(15/09) μια συμφωνία που προέβλεπε:
·      Ετήσιο χρεοστάσιο για τα χρεολύσια ως την 1η Απριλίου 1933.
·      Πληρωμή του 30% των τόκων σε συνάλλαγμα για το 1932-3.
·      Οι δεσμευμένες καταθέσεις στην Τ.τ.Ε. στο όνομα της ΔΟΕ θα δίδονταν στην ελληνική κυβέρνηση. Από αυτές πιθανόν το 35% θα πληρωνόταν στους ομολογιούχους το Νοέμβριο του 1932.
·      Παραχωρούνταν στους ομολογιούχους όλοι οι ευμενείς όροι που τυχόν θα δίδονταν στους ομολογιούχους άλλων δανείων εσωτερικού ή εξωτερικού. Στο εξωτερικό ήταν αρκετά ικανοποιημένοι, γιατί είχε βρεθεί ένα κοινό πεδίο συνεννόησης, ενώ στην Ελλάδα ο Τύπος αντιμετώπισε με ευνοϊκά σχόλια τη συμφωνία.
Στο εσωτερικό η νέα κυβέρνηση Βενιζέλου προέβη στη θέσπιση σειράς μέτρων που έθεσαν τη βάση για την αναγέννηση της οικονομίας:
·      Απαγόρευση της ελεύθερης μετατροπής της δραχμής σε χρυσό ή συνάλλαγμα. Η δραχμή αποδεσμεύτηκε από το χρυσό, υποτιμήθηκε και διατήρησε(Δεκέμβριος) μόνο το 40% της ονομαστικής της αξίας. Ίσχυε(Μάρτιος 1932) η αναλογία 1 στερλίνα/293 δρχ., που έφτασε(Δεκέμβριος 1932) στις 609 δρχ..
·      Το συνάλλαγμα χορηγούνταν μόνο από την Τ.τ.Ε.
·      Επίσημα ανεστάλη(από 01/05) η πληρωμή τόκων των δανείων εσωτερικού και εξωτερικού. Η πληρωμή των τόκων των δανείων του εσωτερικού μειώθηκε 25%.
·      Όλες οι οφειλές που πληρώνονταν στην Ελλάδα σε Έλληνες ή ξένους κατοίκους θα μετατρέπονταν σε οφειλές δραχμών με βάση την τιμή 100 δρχ.=1 $(από το Δεκέμβριο του 1932 η ισοτιμία δραχμής/δολαρίου επιδεινώθηκε και έφτασε στο 184/1).
·      Με νόμο τα συνολικά τέλη επί των εισαγωγών αυξήθηκαν 70%-200%.
·      Για τις οφειλές από εμπορικές συναλλαγές πριν την άρση της σταθεροποίησης θεσπίστηκε 5ετές χρεοστάσιο.
·      Σχετικά με το εξωτερικό εμπόριο εφαρμόστηκε η μέθοδος clearing. Δηλ. οι διεθνείς εμπορικές ανταλλαγές στο εξής γίνονταν με εμπορικό συμψηφισμό σε είδος, καταργώντας επ’ αόριστον τις συνήθεις πληρωμές με συνάλλαγμα, αφού αυτό δεν ήταν διαθέσιμο.
Τα παραπάνω μέτρα δημιούργησαν ένα ισχυρό προστατευτικό πλέγμα γύρω από την αδύναμη και κατεστραμμένη οικονομία. Στο εξής, αυτή θα προσπαθήσει να σταθεί μόνη της στα πόδια της και θα τα καταφέρει. Όχι αμέσως. Τα μέτρα αυτά οδήγησαν στην άμεση κατά 60% υποτίμηση της δραχμής ως προς τα ξένα νομίσματα. Στα ξένα χρηματιστήρια η δραχμή σημείωσε απότομη πτώση. Η ισοτιμία Λίρας/Δραχμής ήταν 1/539(05/05/1932) και το 1/628(Ιανουάριος 1933).
Τα αποτελέσματα των οικονομικών μέτρων
Στο εσωτερικό η άσχημη κατάσταση του αγροτικού κόσμου ήταν ορατή ακόμα και πριν την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης. Ένας λόγος: η γεωργία είχε μεγάλη εξάρτηση από τα καιρικά φαινόμενα. Άλλη μεταβλητή: η συγκυριακή πτώση των τιμών των γεωργικών προϊόντων. Μόνο τα μέτρα μετά το 1932 είχαν σοβαρά αποτελέσματα. Θεωρώντας ως βάση το 1929=100, τα καλλιεργούμενα στρέμματα ανά αγρότη ήταν στο 100(κατά ΜΟ 4,44 στρέμματα ανά αγρότη)(1919-26), 104(4,60 στρέμματα)(1927-30), 124 (5,52 στρέμματα)(1931-4) και 137(6,09 στρέμματα)(1935-8). Παρατηρείται μέση αύξηση 36,5% στην καλλιεργούμενη επιφάνεια των κυριότερων ειδών(ως το 1937). Στην αύξηση της καλλιεργητικής γης συνέβαλαν και τα έργα της κυβέρνησης Βενιζέλου. Είχαν παραδοθεί(1932-) στους αγρότες της Β Ελλάδας τουλάχιστον 400.000 επιπλέον στρέμματα και αναμενόταν να φτάσουν περ. τα 2,76 εκ στρέμματα(ως 1940). Σε Μακεδονία και Θράκη (ως 1937), οι περιοχές που καλλιεργούνταν με σιτηρά παρουσιάζουν αύξηση 70% σε σχέση μετά τα έτη ως το 1932 και η απόδοση των εδαφών παρουσιάζει αύξηση μέχρι 35%. Η συνολική παραγωγή δημητριακών(1930-4) τριπλασιάστηκε σ’ αυτές τις περιοχές. Και ο όγκος παραγωγής αυξήθηκε. Η κάλυψη της εγχώριας αγοράς με γεωργικά προϊόντα από την ελληνική γεωργία(1928) ήταν 40% και είχε πέσει(ως 1931) στο 26%, που σημαίνει ότι η ελληνική αγορά ουσιαστικά εφοδιαζόταν με αγροτικά προϊόντα από το εξωτερικό. Η κάλυψη της εγχώριας αγοράς από ελληνικά γεωργικά προϊόντα ανακάμπτει(1932-) και φτάνει το 32%(1932), 63%(1933), 73%(1934) και 78%(1935). «Θετικό» στοιχείο της κρίσης: η βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου. Οι τιμές στα ξένα προϊόντα τετραπλασιάστηκαν και έτσι η αγορά στράφηκε στα εγχώρια, που οι τιμές τους αυξήθηκαν μόνο 14%. Ο σταθμικός δείκτης του όγκου των εισαγωγών με βάση το 1928=100, είχε φτάσει στο 107,4(1931). Συνέχισε την κατακόρυφη πτώση του(1932-). Έτσι, ήταν 98,9(1932), 79,6(1933) και έφτασε(1935) πάλι στα επίπεδα του 1928. Ο αντίστοιχος δείκτης των εξαγωγών ήταν: 89 (1931) και 76,9(1932). Μετά άρχισε ν’ ανεβαίνει. Έφτασε(1933) στα επίπεδα του 1928, στο 116,6(1934) και στο 129,8(1935). Στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου βοήθησε σημαντικά η εφαρμογή της μεθόδου clearing. Οι εξαγωγές της Ελλάδας αποδεσμεύτηκαν από τις αγορές Γαλλίας και Αγγλίας και στράφηκαν σε χώρες με προβλήματα παρόμοια με τα ελληνικά, δηλ. προς Αυστρία, Γαλλία, Γιουγκοσλαβία, Τσεχοσλοβακία, Αργεντινή, Περσία, Σουηδία, Ουγγαρία, Αλβανία και Γερμανία. Η κυβέρνηση αύξησε τα τέλη επί των εισαγωγών 200%. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τέθηκαν ποσοτικοί περιορισμοί στις εισαγωγές κι έτσι αυτές μειώθηκαν μέχρι 60% ως προς το ποσοστό των εισαγωγών σε σχέση με το 1931. Αυτό είχε αποτέλεσμα την εξοικονόμηση 7 εκ £, δηλ. το 30% της αξίας των εισαγωγών του 1931. Η βιομηχανία την 1η 30ετία του αιώνα δεν έπαιζε σημαντικό ρόλο στην οικονομία όσο η γεωργία. Την περίοδο αυτή παρατηρείται το εξής: η δυναμικότητα της ελληνικής βιομηχανίας ήταν αρκετά καλή και με τη βοήθεια και κάποιων άλλων παραγόντων δεν επηρεάστηκε σοβαρά από την κρίση. Από τα βιομηχανικά προϊόντα που καταναλώνονταν στην Ελλάδα, το 59% παραγόταν από τις εγχώριες βιομηχανίες(1928). Το αντίστοιχο ποσοστό για το 1933 ανήλθε στο 76%. Ο Βενιζέλος προώθησε την ανάπτυξη της βιομηχανίας με τη μείωση της φορολογίας των Ανωνύμων Εταιρειών, μέτρο που έδωσε πνοή ζωής στην εγχώρια βιομηχανία. Παρά ταύτα, η κρίση του 1932, επηρέασε και την ελληνική βιομηχανία. Όμως, δεν εκδηλώθηκε το ίδιο άμεσα σε όλους τους κλάδους της αυτής. Εξελίξεις στην καθημερινή ζωή των πολιτών μετά την πτώχευση: ο γενικός δείκτης των χονδρικών τιμών(με βάση το 1928=100), αυξήθηκε στο 103(1932), στο 116(1933) και στο 114(1934). Ο δείκτης χονδρικών τιμών των γεωργικών προϊόντων ήταν στο 91(1932), στο 97(1933) και στο 101(1934). Αυτός των ζωικών προϊόντων στο 111(1932), στο 122(1933) και στο 124(1934). Αυτός των βιομηχανικών στο 108(1932), στο 128(1933) και στο 124(1934). Ο δείκτης των εγχωρίων προϊόντων ήταν στο 95(1932), στο 106(1933) και στο 105(1934). Ο δείκτης των εισαγόμενων στο 108(1932), στο 124(1933) και στο 121(1934). Η αύξηση της ανεργίας ήταν επίσης φανερή. Ήταν(1932) στα 237.000 άτομα(218.000 το 1931), ενώ έπεσε στα 156.000(1933) και στα 150.000(1935). Η απασχόληση στη βιομηχανία αυξήθηκε(1933) 8,76%, 0,63%(1934) και 5,06%(1935). Οι μισθοί είχαν αρχίσει να ανακάμπτουν(1932-5). Το ανδρικό ημερομίσθιο και το εργατικό ημερομίσθιο παρουσιάζουν μέση αύξηση 14,5-16,2%, ενώ το αντίστοιχο γυναικείο 26-47,3%. Και το κόστος ζωής αυξήθηκε ελαφρά. Ο γενικός τιμάριθμος κόστους ζωής παρουσίασε αύξηση 14,73%(1932-5). Σε γενικές γραμμές η συντετριμμένη ελληνική οικονομία είχε αρχίσει ν’ ανακάμπτει αργά, αλλά σταθερά από το 1933. Απ’ αυτή τη χρονιά η οικονομική δραστηριότητα παρουσίασε αύξηση 6%, 4,74%(1934) και 13,5%(1935). Τα κεφάλαια άρχισαν να επιστρέφουν στην Ελλάδα. Το αποθεματικό της Τ.τ.Ε. από 7,6 εκ $(1932), έφτασε στα 44,7 εκ $(1934). Αποτέλεσμα ήταν και η αύξηση και της νομισματικής κυκλοφορίας. Από 4 δις δρχ.(1931) έφτασε στα 9,4 δις(1939).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου