Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Ανδρέας Μιαούλης(γέννηση σαν σήμερα 20/05/1769)

Ανδρέας Μιαούλης(γέννηση σαν σήμερα 20/05/1769)
Ο Ανδρέας Μιαούλης-Βώκος(Ύδρα 20/05/1769-Πειραίας 11/06/1835) ήταν Έλληνας καραβοκύρης, δηλ. πλοιοκτήτης, που διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση του 1821, ως διοικητής ναύαρχος του ελληνικού στόλου και στην μετέπειτα πολιτική ζωή του τόπου με αποκορύφωμα την ανταρσία της Ύδρας κατά του Καποδίστρια, που είχε ως αποτέλεσμα την πυρπόληση του εθνικού στόλου στον Πόρο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τιμήθηκε πλείστες φορές από το Οθωνικό καθεστώς ενώ συμπεριλήφθηκε και στην τριμελή επιτροπή που προσέφερε το στέμμα στον νεαρό τότε Όθωνα. Υπήρξε ο γενάρχης της οικογένειας των Μιαούληδων. Γιος του ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αθανάσιος Μιαούλης. ΓΕΝΝΗΣΗ Γεννήθηκε στις 20/05/1769 στην Ύδρα. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Βώκος. Ήταν το 2ο παιδί του Υδραίου πλοιοκτήτη και κοτζαμπάση Δημήτριου Βώκου, γόνου αρχοντικής Υδραίικης οικογένειας, από τα Φύλλα, κοντά στη Χαλκίδα και εγκαταστημένη στην Ύδρα από το 1668. Οι Βώκοι εξαιτίας μιας διαμάχης με τον Τούρκο Γκεζαΐρ Πασά, γνωστό και ως Χαζναντράραγα, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν αρχικά στην Δοκό και στη συνέχεια στην ημιαυτόνομη Ύδρα. Η μητέρα του λεγόταν Ανδριανή και ήταν χήρα του Ανδρέα Βόχα ή Βοχαΐτου. Ο πατέρας του προσπάθησε ανεπιτυχώς να του μάθει γράμματα. Όμως ο νεαρός τότε Ανδρέας στράφηκε στην ναυτιλία, στην οποία είχε δείξει ιδιαίτερη κλίση από τα εφηβικά του χρόνια. Παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του έγινε πλοίαρχος στο οικογενειακό πλοίο(16 ετών). Ανέλαβε να παραδώσει σιτάρι στη Νίκαια της Γαλλίας. Το κέρδος ήταν τεράστιο για την εποχή. Αμέσως μετά πούλησε το πλοίο της οικογένειας και αγόρασε από έναν Οθωμανό της Χίου το εμπορικό πλοίο Μιαούλ. Από τότε εμφανίζεται με το επώνυμο Μιαούλης. Στη συνέχεια, και αφού η περιουσία του συνεχώς αυξανόταν, ανέθεσε στον Υδραίο ναυπηγό Μαστρογεώργη την κατασκευή ενός νέου μεγάλου εμπορικού πλοίου. Η χωρητικότητα του νέου αυτού πλοίου ήταν 498 τόνοι, ήταν εφοδιασμένο με 22 κανόνια ενώ το πλήρωμα υπερέβαινε τα 100 άτομα. Με το ξέσπασμα του Αγγλογαλλικού πολέμου ο Ανδρέας Μιαούλης απέκτησε τεράστια περιουσία διασπώντας τους αγγλικούς αποκλεισμούς. Σε ένα ταξίδι όμως(περ. 1802), κοντά στο Cádiz συνελήφθη το πλοίο του από περιπολικό και ρυμουλκήθηκε στην ναυαρχίδα του Άγγλου ναύαρχου Νέλσωνα(Horace Nelson). Ο Ναύαρχος, ύστερα από την ειλικρινή ομολογία του και θαυμάζοντας τη τόλμη του τον άφησε ελεύθερο. Έχει διασωθεί κατά την ναυτική παράδοση η ακόλουθη στιχομυθία μεταξύ ναυάρχου Νέλσωνα και Μιαούλη που πιθανώς έγινε στην ισπανική γλώσσα, την οποία μιλούσε ο Μιαούλης:  -Είσαι Έλληνας;  -Μάλιστα Ναύαρχε!  -Το ξέρεις πως σ' αυτά τα μέρη εφαρμόζω αποκλεισμό;  -Το γνωρίζω πολύ καλά κύριε ναύαρχε!  -Και τότε γιατί τον παραβιάζεις;  -Για το συμφέρον μου ναύαρχε!  -Αν ήμουν εγώ στη θέση σου και εσύ στη δική μου τι θα έκανες;  -Θα σε κρεμούσα απ' το λαιμό, στο πινό της μαΐστρας, Ναύαρχέ μου! (=σημείο ανακρέμασης άγκυρας). Είχε την ατυχία λίγους μήνες αργότερα το πλοίο του να χτυπήσει σε ύφαλο κοντά στο Γιβραλτάρ και να βουλιάξει. Ύστερα από αυτό αναγκάστηκε να καταφύγει στην Γένοβα και να ναυπηγήσει νέο πλοίο, χωρητικότητας 400 τόνων και αξίας 160.000 πιάστρων, ποσό που του στέρησε την πρωτιά μεταξύ των Υδραίων πλοιοκτητών. Ο ιστορικός Yemeniz αναφέρει ότι σε ένα από τα πρώτα του ταξίδια είχε συλληφθεί από Μαλτέζους πειρατές, οι οποίοι αρχικά είχαν σκοπό να τον σκοτώσουν, στη συνέχεια όμως τους έπεισε να τον πάνε στην Πελοπόννησο για να τους δώσει ένα χρηματικό ποσό με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Τελικά το πειρατικό, αφού αποβίβασε τον Μιαούλη και 6 πειρατές σε κάποιο χωριό αναγκάστηκε να αποχωρήσει, αφήνοντάς τον ελεύθερο, λόγω της εμφάνισης τουρκικού πλοίου. Ο Μιαούλης λόγω της γενναιότητας και της ισχυρογνωμοσύνης του είχε εμπλακεί σε πολλές διαμάχες. Η πιο διάσημη ήταν με ένα γαλλικό πλοίο λίγο έξω από τις ακτές της Ιταλίας. Η ναυμαχία διήρκεσε 3 ολόκληρες μέρες και είχε ως αποτέλεσμα την υποχώρηση του γαλλικού πλοίου.  Αναγκάστηκε(1807) να διαμείνει στην Αθήνα για θεραπεία λόγω της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ και του υπερβολικού καπνίσματος. Από τότε σταμάτησε να πίνει και να καπνίζει. Πρωταγωνίστησε(1807) στην εμφύλια διαμάχη που παραλίγο να ξεσπάσει στην Ύδρα. Αιτία η πρόσκληση των Ρώσων στους Υδραίους να επαναστατήσουν κατά των Τούρκων, κάτι που μεγάλη μερίδα των κοτζαμπάσηδων και των πλοιοκτητών αποστρεφόταν. Ο Γεώργιος Βούλγαρης, διοικητής του νησιού, κατέφυγε στην Αθήνα και έδωσε εντολή στον Μιαούλη να συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα και να ανακαταλάβει την εξουσία. Ο Μιαούλης, όντας άνθρωπος με επιρροή, κατάφερε μυστικά να συγκεντρώσει Υδραίους στρατιώτες και να παραδώσει πάλι την εξουσία στον Βούλγαρη. Μετά την πτώση του Ναπολέοντα(1815) ο Μιαούλης(1816) έπαψε να ταξιδεύει και αποσύρθηκε στην Ύδρα. Ασχολήθηκε με το εμπόριο παραδίδοντας την ναυτιλιακή επιχείρηση στον γιό του, Δημήτριο. Τα πλοία του ταξίδευαν στις ευρωπαϊκές ακτές. ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 Ο Ανδρέας Μιαούλης ήταν αντίθετος με την εθνική εξέγερση γιατί πίστευε ότι οι Έλληνες δεν ήταν ακόμα επαρκώς προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουν τον τουρκικό στρατό. Φοβάται λοιπόν μια επικείμενη επανάσταση αφού μια ενδεχόμενη αποτυχία θα έπληττε τα συμφέροντα της Ύδρας, η οποία ήταν ημιαυτόνομη. Όμως είδε με ευχαρίστηση την εκλογή του γιου του στη θέση του μοίραρχου-αρχηγού των υδραίικων πλοίων. Ο Αντώνιος Οικονόμου ξεσήκωσε(27/03/1821) τους Υδραίους, κήρυξε την επανάσταση στο νησί και ουσιαστικά ανάγκασε κάτω από την πίεση του λαού τους κοτζαμπάσηδες, μεταξύ αυτών και τον Μιαούλη, να συμμετάσχουν στον απελευθερωτικό αγώνα. Ο Μιαούλης προσέφερε(28/03) υπέρ της ανεξαρτησίας 3.625 ισπανικά τάλιρα ενώ στις υπέγραψε(31/03) ως Αντώνη Βοκού την εκλογή του Οικονόμου ως διοικητή του νησιού. Ύστερα από αυτό αποσύρθηκε στην οικία του και απλά παρακολουθούσε τα γεγονότα. Σύμφωνα με τους ιστορικούς δεν ενεπλάκη καθόλου στην δολοφονία του Οικονόμου. Τον 1ο χρόνο δεν πήρε μέρος σε καμία ναυμαχία σε αντίθεση με τον γιο του, Δημήτριο Μιαούλη (1794-1836), πλοίαρχος και συμμετείχε σε πολλές ναυμαχίες στον Κορινθιακό κόλπο, στις Σπέτσες κ.λπ. Ο Μιαούλης μαζί με τους Φραγκίσκο Βούλγαρη, Μανώλη Τομπάζη και Γεώργιο Κιβώτο έθεσαν(20/07/1821) με έγγραφο τους τα πλοία τους και τους εαυτούς τους στην διάθεση της πατρίδας. Ο Μιαούλης απλώς προστάτευε(τέλη Αυγούστου) τα ευρωπαϊκά πλοία και παρατηρούσε τις κινήσεις των τουρκικών. Ξεκίνησε(19/09) επικεφαλής 21 Υδραίικων πλοίων να συναντηθεί με 9 Σπετσιώτικα για να κατευθυνθούν όλα μαζί στο Νιόκαστρο. Έφτασαν(28/09) και 2 μέρες αργότερα συγκρούστηκαν με τον τουρκικό στόλο. Όμως ο ελληνικός στόλος αναγκάστηκε να υποχωρήσει αφού τα τουρκικά πλοία ήταν καλύτερα και είχαν την υποστήριξη της Αγγλίας, η οποία τα τροφοδοτούσε από τα Ιόνια νησιά. Μετά από αυτή τη ναυμαχία επέστρεψε στην Ύδρα(10/10). Εκλέχθηκε, μετά την παραίτηση του Ιάκωβου Τομπάζη, ναύαρχος του στόλου της Ύδρας(Ιανουάριος 1822). Ως ναύαρχος πια, ξεκίνησε για την Ζάκυνθο(08/02). Εκεί συναντήθηκε με τα Ψαριανά και τα Σπετσιώτικα και πραγματοποιήθηκε η ναυμαχία των Πατρών(20/02), όπου ο τουρκικός στόλος ηττήθηκε και αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Η ιδέα της ναυμαχίας ανήκε στον Μιαούλη και σύμφωνα με τον ιστορικό Διονύσιο Κόκκινο η νίκη ήταν δικό του επίτευγμα. Από τότε αναγνωρίστηκε από όλους ως αρχηγός του ελληνικού στόλου. Αφού είχε λάβει μέρος σε μερικές αψιμαχίες στην Χίο, βρέθηκε στο Ναύπλιο(Σεπτέμβριος 1821). Εκεί αντιμετώπισε με επιτυχία το στόλο του Καπιτάν πασά που αριθμούσε πάνω από 80 πλοία, σε αντίθεση με τον ελληνικό που είχε μόλις 60. Ο Μιαούλης σε συνεργασία και με τους άλλους πλοιάρχους, και κυρίως με τον Υδραίο Αντώνη Κριεζή, κατάφερε να τρέψει σε φυγή τον τουρκικό στόλο και να εμποδίσει τον ανεφοδιασμό του τουρκικού φρουρίου του Ναυπλίου, το οποίο πολιορκούνταν από τους Έλληνες. Ο Στάικος Σταϊκόπουλος κατέλαβε(30/09) το κάστρο του Ναυπλίου και ο Μιαούλης παρέλαβε τον τουρκικό πληθυσμό για να τον μεταφέρει στην Μικρά Ασία, απ' όπου επέστρεψε(Ιανουάριος 1823). Ανακηρύχτηκε(11/01) αρχηγός των Υδραίων με τη σύμφωνη γνώμη προκρίτων και λαού. Στη συνέχεια απέπλευσε για την Σαμοθράκη, όπου παρακολουθούσε τις κινήσεις του τουρκικού στόλου. Επιστρέφοντας, τα πλοία του δέχθηκαν επίθεση στο Άγιο Όρος ενώ πραγματοποιήθηκε(20/10) ναυμαχία στην Σκιάθο. Ο ελληνικός στόλος αναγκάστηκε να τραπεί σε φυγή προκαλώντας όμως στον εχθρικό στόλο μεγάλες ζημιές. Ο Μιαούλης έσπευσε(04/07/1824) καθυστερημένα στα Ψαρά, όπου βρήκε μια μικρή μοίρα του τούρκικου στόλου, την οποία και κατέστρεψε. Ενεπλάκη(24/08/1824) με τον ενωμένο Τουρκοαιγυπτιακό στόλο, τον οποίο παρέσυρε στον κόλπο του Γέροντα. Πραγματοποιήθηκε η Ναυμαχία του Γέροντα(29/08), στην οποία ο εχθρικός στόλος έχασε 27 πολεμικά πλοία. Ο Μιαούλης επιτέθηκε στον τουρκοαιγυπτιακό στόλο, ο οποίος αριθμούσε 101 πλοία και 50.000 ναύτες, και τον ανάγκασε να υποχωρήσει, αποτρέποντας έτσι τους Τούρκους από το να αποβιβαστούν στην Σάμο. Επί 20 ημέρες ο ελληνικός στόλος παρενοχλούσε τον εχθρικό με αποτέλεσμα ο τουρκικός να αποχωρήσει για τον Ελλήσποντο και ο αιγυπτιακός να καθυστερήσει να αποβιβάσει στρατιωτικά σώματα στην Πελοπόννησο.  Τους επόμενους μήνες πραγματοποιήθηκαν διάφορες ναυμαχίες ήσσονος σημασίας κοντά στην Χίο, στην Ικαρία κ.α. ο ελληνικός στόλος επιτέθηκε(01/11/1824) στον Αιγυπτιακό κοντά στην Κρήτη. Η σφοδρότητα της μάχης ήταν μεγάλη και ο αιγυπτιακός στόλος αναγκάστηκε να υποχωρήσει έχοντας τεράστιες απώλειες. Ο Παναγιώτης Ι. Καρατζάς γράφει από την Πίζα στον Μιαούλη για την επιτυχία του: «Μόνος ο Μιαούλης είναι ο μη θαυμάζων τον Μιαούλην». Ο Μιαούλης βρισκόταν(πρώτοι μήνες 1825) μεταξύ Πελοποννήσου και Κρήτης ανήμπορος να εμποδίσει την απόβαση στρατιωτικών σωμάτων από τον αιγυπτιακό στόλο. Βρέθηκε(02/04) στο Ναβαρίνο ενώ λίγες μέρες αργότερα ο ελληνικός στρατός κατατροπώθηκε στη Σφακτηρία εξαιτίας της αδυναμίας του ελληνικού στόλου να τον ενισχύσει. Τις επόμενες μέρες όμως ο ελληνικός στόλος υπό τον Μιαούλη αιφνιδίασε τον Αιγυπτιακό στην Μεθώνη. Οι καταστροφές που προκάλεσε ήταν μεγάλες και καθυστέρησαν αρκετά τον Ιμπραήμ. Η σημασία της νίκης ήταν τεράστια για τους Έλληνες αφού ανυψώθηκε το ηθικό τους και παράλληλα κέρδισαν χρόνο για να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ. Συγκρούστηκε(31/05) με τον τουρκικό στόλο στην Σούδα και κατευθύνθηκε προς την Ύδρα. Συναντήθηκε(14 και 25/11) με τον τουρκικό στόλο στην Γλαρέντζα και στο Μεσολόγγι αντίστοιχα, στον οποίο προκάλεσε μεγάλες καταστροφές. Στην 1η σύγκρουση φονεύθηκε και ο καπετάνιος Θεόδωρος Βώκος. Σημαντική ήταν και η προσφορά του στην ενίσχυση της άμυνας του Μεσολογγίου. Στην 1η πολιορκία κατάφερνε συνεχώς να διασπά τον ναυτικό αποκλεισμό. Βρέθηκε(Ιανουάριος 1826) στην πόλη την οποία και ανεφοδίασε. Η εντύπωση τότε που σχημάτισε ήταν θλιβερή. Σε γράμμα προς την κυβέρνηση ανέφερε ότι το Μεσολόγγι δεν θα μπορούσε να αντέξει για πολύ ακόμα. Λόγω έλλειψης τροφίμων αναγκάστηκε να φύγει αλλά επανήλθε(25/03/1826) του ίδιου χρόνου. Στις 5 Απριλίου σε γράμμα του προς τους προκρίτους της Ύδρας αναφέρει(05/04): «Λογαριάσετε ως χαμένον το Μεσολόγγι». Πράγματι τα λόγια του επαληθεύθηκαν 5 μέρες αργότερα οπότε και πραγματοποιήθηκε η ηρωική Έξοδος(10/04). Μετά την καταστροφή του Μεσολογγίου ο Μιαούλης αναχώρησε για το Αιγαίο, όπου, κοντά στην Μυτιλήνη συγκρούστηκε(28-30/08) με τον τουρκικό στόλο. Και οι 2 πλευρές είχαν μεγάλες απώλειες. Από πολιτικής πλευράς ο Μιούλης υποστήριζε ανοιχτά(από το 1825) την Αγγλία. Ήταν ο 1ος, μαζί με τον Κολοκοτρώνη, που υπέγραψε την αίτηση αγγλικής προστασίας, την οποία στην συνέχεια υπέγραψαν όλοι οι Έλληνες ηγέτες.  Σύμφωνα με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη ο Μιαούλης αναφερόταν μέσα στο έγγραφο «ως πρόεδρος της θαλάσσης».  Η αγγλική επιρροή, συγκεκριμένα του Μαυροκορδάτου, θα ενισχύσει τους Υδραίους στην αντιπολίτευσή τους κατά του Καποδίστρια και θα οδηγήσει στην ανταρσία της Ύδρας. Ενδεικτικό της σχέσης του με το αγγλικό κόμμα είναι ότι την επιστολή της κυβέρνησης προς τον Άγγλο υπουργό εξωτερικών ανέλαβε να την παραδώσει ο Δημήτριος Μιαούλης. Σε τοπικό επίπεδο ο Μιαούλης είχε εναντιωθεί στην οικογένεια Κουντουριώτη. Η κόντρα μεταξύ των 2 οικογενειών ανάγκασε(22/11/1826) τον 1ο να εγκαταλείψει την Ύδρα ενώ παράλληλα το σπίτι του δεχόταν επίθεση από τον λαό, ο οποίος είχε υποκινηθεί από τους Κουντουριώτηδες. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης διαδραματίζονταν σε παρασκηνιακό επίπεδο διπλωματικά παιχνίδια εις βάρος της Ελλάδας και εις βάρος διαφόρων αγωνιστών. Ένα από αυτά είχε σχέση και με τον διορισμό του Cohran στη θέση του αντιναυάρχου του ελληνικού στόλου. Η Αγγλία εκβιάζοντας την ελληνική κυβέρνηση για το θέμα του δανείου, την ανάγκασε να διορίσει τον Cohran αντιναύαρχο του ελληνικού στόλου, διορισμός που επικυρώθηκε στις 16 Μαρτίου του 1827 από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Ο Cohran ήδη από τις αρχές Μαρτίου είχε φθάσει στην Ελλάδα ως αρχηγός του στόλου με αποτέλεσμα ο Μιαούλης, προβλέποντας την απομάκρυνση του, να υποβάλλει την παραίτηση του χωρίς να αφήσει τον παραμικρό υπαινιγμό για την πράξη της κυβέρνησης. Μετά την παραίτηση του περιορίστηκε στην διοίκηση του πολεμικού πλοίου Ελλάς. ΕΛΕΥΣΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ Με τον ερχομό του Καποδίστρια, ο Μιαούλης αντικατέστησε τον Cohran, ο οποίος είχε φύγει κρυφά για το Λονδίνο. Η κύρια αποστολή που του ανατέθηκε ήταν η πάταξη της πειρατείας, που βασάνιζε την ελληνική κυβέρνηση αφού η Ελλάδα γι' αυτό γινόταν συχνά στόχος των εφημερίδων στο εξωτερικό. Μέσα σε λίγους μήνες κατάφερε να καταστήσει ασφαλή τα ελληνικά χωρικά ύδατα πατάσσοντας την πειρατεία. Αρχικά ο Μιαούλης κατάφερε να πείσει τους οπλαρχηγούς του Ολύμπου να σταματήσουν την πειρατεία και να υπακούσουν στην ανώτατη αρχή. Αφού συνέλαβε μερικά πειρατικά αναχώρησε για την Χίο με σκοπό να βοηθήσει στην υπεράσπιση της. Φτάνει(Ιανουάριος 1828) στη Χίο όπου η κατάσταση είναι τραγική. Οι στρατιώτες λιποτακτούν ενώ ο τουρκικός στρατός ενισχύεται περισσότερο. Λόγω του περιορισμένου αριθμού πολεμικών υπό τη διοίκηση του δεν είχε την δυνατότητα να αντιμετωπίσει τον τουρκικό στόλο. Τελικά ο Φαβιέρος και οι στρατιώτες του επιβιβάστηκαν(05/03) στο πλοίο του Μιαούλη και μεταφέρθηκαν στα Ψαρά και στη Σύρο. Ο ελληνικός στόλος υπό τον Μιαούλη συγκρούστηκε(τέλη Μαΐου) στη Μυτιλήνη με τον τουρκικό. Ο τουρκικός στόλος νικήθηκε και τράπηκε σε φυγή αφήνοντας αφύλαχτα μερικά τουρκικά εμπορικά πλοία, τα οποία μεταφέρθηκαν στην Αίγινα. Η νίκη όμως αυτή ήταν σημαντική γιατί αποτράπηκε η απόβαση 8.000 Τούρκων στρατιωτών στην Σάμο. Ύστερα και από αυτή τη νίκη ο Καποδίστριας για να τον τιμήσει όρισε να του δοθούν 2.000 γρόσια για να καλύψει τις τυχόν ανάγκες του. Συνάντησε(Ιανουάριος 1829) τον Γάλλο στρατηγό Maison για να του επιδώσει ευχαριστήρια επιστολή. Απέπλευσε(Μάρτιος) για τη Ναύπακτο και το Μεσολόγγι αποκλείοντας τα. Μετά από λίγες μέρες και τα 2 φρούρια παραδόθηκαν με συνθήκη. Ο Μιαούλης φρόντισε να τηρηθεί η συνθήκη και όλοι οι Τούρκοι να φτάσουν ασφαλείς στις τουρκικές ακτές. Εκλέχθηκε(14/08) γερουσιαστής 1ου τμήματος, θέση όμως από την οποία παραιτήθηκε(18/10) του ίδιου χρόνου. Από τότε ξεκινάει η κόντρα μεταξύ των 2 ανδρών αφού ο Μιαούλης περνάει στην αντιπολίτευση διαμαρτυρόμενος για την πολιτική του κυβερνήτη απέναντι στους Υδραίους πλοιοκτήτες. Παραχωρήθηκε (18/03/1830) στον Δημήτριο Μιαούλη, ύστερα από απαίτηση του Ανδρέα και παρέμβαση του Καποδίστρια, εθνική γη στην Γλυκεία Ναυπλίου. ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΥΔΡΑΣ Η προσπάθεια του Καποδίστρια να παραγκωνίσει από τις θέσεις εξουσίας προσωπικότητες της Επανάστασης είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία χάσματος μεταξύ των μεγάλων πολιτικών οικογενειών και του κυβερνήτη. Στις μεταρρυθμίσεις και στον τρόπο διακυβέρνησης του κράτους αντιτάχθηκαν κυρίως οι οικογένειες των Μαυρομιχαλέων και των Κουντουριωτέων και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος έχοντας την ηθική συμπαράσταση του Κοραή. Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, αρχηγός της οικογένειας των Μαυρομιχαλέων, αντιπροσώπευε την γαλλική παράταξη ενώ οι Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Λάζαρος Κουντουριώτης την αγγλική. Και οι 2 όμως παρατάξεις συνεργάστηκαν προκειμένου να διώξουν τον Ρωσόφιλο, όπως τον χαρακτήριζαν, Ιωάννη Καποδίστρια. Γρήγορα η Μάνη, προπύργιο της οικογενείας Μαυρομιχάλη και η Ύδρα, προπύργιο της οικογένειας Κουντουριώτη, εξελίχτηκαν σε αντικαποδιστριακά κέντρα. Σε Ύδρα και Μάνη οι πρόκριτοι ξεκίνησαν τις επαφές και με προκρίτους άλλων περιοχών για την προετοιμασία εξέγερσης. Ο Μιαούλης παρόλο που είχε ευεργετηθεί από τον Καποδίστρια, προσχώρησε στην ομάδα των Υδραίων προκρίτων. Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης υποκίνησε(μέσα Ιουλίου 1831) εξέγερση στη Μάνη αναγκάζοντας τον Καποδίστρια να στείλει στρατιωτικά σώματα για να την καταστείλει. Οι Μιαούλης και Κριεζής με 200 Υδραίους στρατιώτες κατέλαβαν(14/07) τον ναύσταθμο στον Πόρο επειδή έμαθαν ότι ο στόλος ήταν έτοιμος να κινηθεί κατά της Ύδρας. Η φρουρά του νησιού στάθηκε ανίκανη να τους αντιμετωπίσει αφού στήριξη από το ναυτικό δεν υπήρξε. Ο Μιαούλης μαζί με τον Μαυροκορδάτο προσπάθησαν να πείσουν τον Κωνσταντίνο Κανάρη να συνταχθεί μαζί τους χωρίς όμως επιτυχία. Αμέσως έσπευσαν οι αντιπρέσβεις των 3 Μεγάλων Δυνάμεων για να διαπραγματευθούν. Ο Μιαούλης στις συναντήσεις αυτές, ως διοικητής του ναύσταθμου του Πόρου πια, είχε βαρύνουσα γνώμη. Ήταν όμως ανέφικτος πια κάθε συμβιβασμός. Σύμφωνα με τον Γάλλο πλοίαρχο Vaillant που βρισκόταν εκείνη την εποχή στον Πόρο, σε κατ' ιδίαν συνάντηση του με τον Μιαούλη ο 2ος αποκάλεσε τον Καποδίστρια, Ρώσο και τύραννο. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι αιφνιδιάζοντας τους εξεγερμένους τάχθηκαν υπέρ της νόμιμης κυβέρνησης και απαίτησαν την παράδοση των επαναστατών. Έτσι οι Αγγλικοί, Γαλλικοί και Ρωσικοί στόλοι είχαν αποκλείσει τα λιμάνια του Πόρου και της Ύδρας ώστε να μην επιτραπεί η ένωση των στόλων των επαναστατών. Ο ελλιμενισμένος εθνικός στόλος στον Πόρο ήταν υπό την αρχηγία του Μιαούλη ενώ μια μικρή μοίρα ήταν υπό την αρχηγία του Κανάρη, που δεν δεχόταν να υπακούσει στους επαναστάτες. Και ενώ ο Άγγλος και ο Γάλλος ναύαρχος έπλευσαν προς το Ναύπλιο για να συσκεφθούν με τους αντιπρέσβεις, ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ ανέλαβε να εφαρμόσει, μόνος αυτός, τις οδηγίες του Καποδίστρια. Απέκλεισε τους αντάρτες, ήρθε σε προστριβές μαζί τους, τίναξε στον αέρα την «Νήσο των Σπετσών», αιχμαλώτισε ένα ακόμη πλοίο και εξώθησε τον Μιαούλη στο «Μεγαλουργόν έγκλημα». Ο Μιαούλης, όπως είχε προειδοποιήσει τον Ρίκορντ, ανατίναξε(πρωί 01/08/1831) την φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα». Με εγκύκλιο του ο Καποδίστριας πληροφορεί τον ελληνικό λαό για τα γεγονότα στον Πόρο ενώ ο Κωνσταντίνος Κανάρης ανέφερε σε επιστολή του προς τον Καποδίστρια: «Εν Πόρω 1 Αυγούστου 10 1/2 ώρας προς μεσημβρίας. Ο Μιαούλης παρέδωκεν εις τας φλόγας την Ελλάδα και την κορβέτταν η Ύδρα. Είθε παραδοθή το όνομα του αυτουργού τοιαύτης πράξεως βαρβαροτάτης εις αιώνιον ανάθεμα! Τα στρατεύματα κατέλαβον την πόλιν, το φρούριον και τα διασωθέντα ατμοκίνητα. Ευρέθησαν δε εις τ'ατμοκίνητα αυτά εις τον ναύσταθμον και εις τας αποθήκας φιτύλια εις τα υπονόμους, αι οποία έμελλον να αποκαταστήσουν τον Πόρον σωρόν ερειπίων και φαίνεται οτι ολίγον έλειψεν ώστε να τελειώσουν ο Μιαούλης και οι συναίτιοι του τοιαύτην πράξιν καταστροφής και ερημώσεως». Η πράξη του Μιαούλη ξεσήκωσε την γενική κατακραυγή όλων των σημαινουσών προσωπικοτήτων, εκτός από αυτών της Μάνης και της Ύδρας. Το αν ο Μιαούλης έγινε όργανο του Μαυροκορδάτου δεν εξακριβώθηκε ακόμα, χωρίς να δικαιολογείται η πράξη της πυρπόλησης του στόλου. Ο Κωνσταντίνος Κούμας θα σημειώσει: «Αγαθέ ποτέ Μιαούλη κοσμοπεριβόητε δια τας κατά των εχθρών ανδραγαθίας σου πως έστερξας να γείνης όργανον αδικίας ανηκούστου και να περικαλύψης με όνειδος την μέχρι τούδε με κλέος στεφανωμένην κεφαλήν σου;». Σίγουρη είναι η μεταμέλεια του Μιαούλη αφού σύμφωνα με τον Νικόλαο Δραγούμη, ο Μιαούλης είχε πει στον Σπυρίδωνα Τρικούπη(1833): «Αν σε είχα σιμά μου εις τον Πόρον να με συμβουλεύσης οταν αποφάσισα να καύσω την φρεγάτα δεν θα την έκαια». Παραπέμφθηκαν(13/08) σε δίκη, αν και δεν είχαν συλληφθεί, ενώ ο Καποδίστριας τους διεμήνυσε(14/08) ότι σε περίπτωση που σταματήσουν τις εχθρικές τους ενέργειες προς την κυβέρνηση, «η κυβέρνησις είναι έτοιμη να λησμονήση τα παρελθόντα προς χάριν αυτών». Τελικά όλα έληξαν με την δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο(27/09/1831). ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΖΩΗ Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια ο Μιαούλης εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Αρνήθηκε(Μάιος 1832) την θέση του στολάρχου του ελληνικού στόλου, χωρίς να δικαιολογεί πειστικά την απόφαση του. Μερικοί ιστορικοί θεωρούν ότι η άρνηση του να αναλάβει στόλαρχος ήταν συνέπεια των τύψεων που τον βασάνιζαν για την πυρπόληση του στόλου και όχι στο αίσθημα της μετριοφροσύνης. Επιλέχθηκε(Οκτώβριος 1832) από την Βαυαρική αυλή ως ένας από τους 3 Έλληνες που θα παρέδιδαν το στέμμα και το σχετικό ψήφισμα στον νεαρό τότε Όθωνα. Η τριμελής επιτροπή αποτελείτο από τους Δημήτριο Πλαπούτα, Κωνσταντίνο Μπότσαρη και Ανδρέα Μιαούλη. Με βασιλικό διάταγμα διορίστηκε(1833) αρχηγός του ναυτικού διευθυντηρίου και πρόεδρος της επιτροπής απόδοσης τιμών σε ήρωες του ναυτικού της Επανάστασης, του παραχωρήθηκε τιμητική σύνταξη και εθνική γη, περιλήφθηκε στους ναυτικούς ανωτέρας τάξης, τιμήθηκε με βασιλικό παράσημο και δόθηκε το όνομα του σε πολεμικό πλοίο. Με νέο βασιλικό διάταγμα(1835) διορίστηκε γενικός επιθεωρητής του στόλου και σύμβουλος επικρατείας και προβιβάσθηκε και σε αντιναύαρχο. Απεβίωσε, λόγω της φυματίωσης που τον ταλαιπωρούσε μέρες, το απόγευμα της Κυριακής της 11ης Ιουνίου 1835 στην οδό Αιόλου 9, κοντά στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στον Πειραιά. Λίγες μέρες πριν αφήσει την τελευταία του πνοή ο Όθωνας τον είχε επισκεφθεί 2 φορές και την 1η του είχε επιδώσει τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος. Η νεκρώσιμος ακολουθία πραγματοποιήθηκε στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης παρουσία της Ιεράς Συνόδου, της κυβέρνησης, αρκετών ξένων διπλωματούχων και πλήθους λαού. Την πομπή προς την τελευταία του κατοικία συνόδευε ιππικό και πεζικό ενώ προπορευόντουσαν και 6 κανόνια. Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο πολιτικός και καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών, Περικλής Αργυρόπουλος.
Ενταφιάστηκε σε ακτή του Πειραιά, που από τότε ονομάστηκε Ακτή Μιαούλη. Ο τόπος ταφής δεν ήταν τυχαίος αφού σύμφωνα με την παράδοση εκεί βρισκόταν και ο τάφος του Θεμιστοκλή. Τα οστά του μεταφέρθηκαν(1952) στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και στην Ύδρα(1986). Η καρδιά του τοποθετήθηκε σε ασημένια λήκυθο και φυλάσσεται στο Μουσείο Ύδρας, ενώ προς τιμήν του κόπηκαν αναμνηστικά μετάλλια που δόθηκαν τιμητικά σε αγωνιστές του 1821. Ήταν παντρεμένος(1792) με την Ειρήνη Μπίκου, κόρη του ιερέα Ιωάννη. Παντρεύτηκε 2η φορά την Ευαγγελίδου και, σε 3ο γάμο(1823), την χήρα του Κωνσταντίνου Γκιούστου. Παιδιά του από τον 1ο γάμο:
·      Δημήτριος Μιαούλης(1794-1836), αγωνιστής του 1821 και πλοίαρχος
·      Αντώνιος Μιαούλης(1800-1836), υπασπιστής του Όθωνα
·      Ιωάννης Μιαούλης(1803-1830), αγωνιστής του 1821, απεβίωσε στην Αθήνα από τύφο
·      Αθανάσιος Μιαούλης(1815-1867), πρωθυπουργός της Ελλάδας και ναύαρχος
·      Εμμανουήλ Μιαούλης(1812-1871), αξιωματικός του βασιλικού ναυτικού, γιος του οποίου ήταν ο ζωγράφος Νικόλαος Βώκος
·      Νικόλαος Μιαούλης(1818-1872), αξιωματικός του βασιλικού ναυτικού και υπασπιστής του Όθωνα
·      Μαρία, σύζυγος του Θεόδωρου Γκίκα και μετέπειτα του Λαζάρου Πινότση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου