Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897

Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897
Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 ή ο πόλεμος των 30 ημερών ή Μαύρο '97 , όπως χαρακτηρίστηκε από ηττοπαθείς πολεμοκάπηλους της εποχής ήταν ο πόλεμος που κήρυξε η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά του Βασιλείου της Ελλάδας το 1897, ως απόρροια της τότε έκβασης του Κρητικού προβλήματος, αρνούμενη το δίκαιο αίτημα της διενέργειας δημοψηφίσματος στην Κρήτη προκειμένου ο ίδιος ο κρητικός λαός να δώσει τέλος στο πρόβλημα. ΓΕΝΙΚΑ Ο πόλεμος αυτός, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι, με δεδομένο ότι δεν δόθηκε ποτέ διαταγή επίθεσης στο στρατόπεδο των Ελλήνων, «ακήρυχτος» όπως τον χαρακτήρισε η τότε ελληνική κυβέρνηση και αντιπολίτευση, στην ουσία «οθωμανική εισβολή», κατέληξε σε ήττα της Ελλάδας και επιβλήθηκε, με απαίτηση της Γερμανίας, Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος.  H σημασία του υπήρξε τεράστια, ως προς την εξέλιξη του Κρητικού ζητήματος-τελικά η Ελλάδα δικαιώθηκε- με παράλληλη διάσωση της τιμής της, παραμένοντας η ελληνική κυβέρνηση σθεναρά ανυποχώρητη στην απόφασή της μη φειδόμενη των όποιων οικονομικών συνεπειών, με δεδομένο την από 4ετίας (19/12/1893), κήρυξη πτώχευσης του Χ. Τρικούπη και των απειλών των Μ. Δυνάμεων περί επιβολής ναυτικών αποκλεισμών και, το σημαντικότερο, την εξ αυτού άμεση προετοιμασία και ανταπόκρισή της στους Βαλκανικούς πολέμους(1912-3) που κατέληξαν νικηφόροι. Παρά τη διακοίνωση των Μ. Δυνάμεων ότι όποιος και αν είναι ο νικητής της επαπειλούμενης σύρραξης δεν θα του αναγνωριστεί «κανένα εδαφικό όφελος» τελικά ο πόλεμος άρχισε(06-18/04/1897) και έληξε με την παρέμβαση των Δυνάμεων(07-19/05), και «ανακωχή», αφού οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τη Θεσσαλία. Η ειρήνη υπογράφηκε(06-18/09), σε προσωρινή συνθήκη μετά από 5μηνες διαπραγματεύσεις των Μεγάλων Δυνάμεων με την Υψηλή Πύλη. Η τελική συνθήκη υπογράφηκε(22/11-04/12/1897) και ακολούθησε η εκκένωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους και 10 μήνες μετά η αυτονόμηση της Κρήτης με Ύπατο Αρμοστή τον Πρίγκιπα Γεώργιο(Ελλάδας και Δανίας). Ο πόλεμος του 1897 απετέλεσε την 1η πολεμική εμπλοκή της Ελλάδας, κατά την οποία δοκιμάσθηκε σε εκστρατεία ο τότε πολεμικός μηχανισμός της και το πολεμικό δυναμικό της, με ότι ατέλειες και αδυναμίες παρουσίαζε, 67 χρόνια μετά την ανεξαρτησία. ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΑΦΟΡΜΕΣ Η Οθωμανική κυβέρνηση είχε αναγνωρίσει με την Συνθήκη του Βερολίνου(1878) την υποχρέωσή της να εφαρμόσει στην Κρήτη τον οργανικό κανονισμό του 1868, με τις προσδιοριζόμενες μεταρρυθμίσεις(Σύμβαση της Χαλέπας). Οι διορισθέντες όμως υπό του Σουλτάνου γενικοί διοικητές της Κρήτης παραβίαζαν την συμφωνία εκείνη, είτε αυτοβούλως, είτε υπό την πίεση του οθωμανικού πληθυσμού της νήσου με αποτέλεσμα να προκύψει μια σειρά από επαναστάσεις(1885, 1888, 1889). Διοικητής Κρήτης(Βαλής), διορίσθηκε(1894) ο τέως Ηγεμόνας της Σάμου, Καραθεοδωρή πασάς, που επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την εφαρμογή των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων(Χαλέπας) και που δυστυχώς όμως συνάντησε την έντονη αντίδραση των Οθωμανών της νήσου. Των αντιδράσεων εκείνων ακολούθησαν ταραχές που κατέληξαν σε σοβαρή ρήξη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων με αποτέλεσμα, να εκραγεί η νέα Κρητική Επανάσταση(1895-8) και ο ίδιος να παραιτηθεί(Δεκέμβριος 1895). Οι διαπραγματεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με τους Ευρωπαίους κατόχους ομολόγων του ελληνικού κράτους είχαν οδηγηθεί σε αδιέξοδο(Ιούλιος 1895). Ο Γερμανός πρέσβης στην Αθήνα ειδοποίησε την ελληνική κυβέρνηση ότι η μη ικανοποίηση των κατόχων ομολόγων ίσως να οδηγήσει στην διακοπή των διπλωματικών σχέσεων της Γερμανίας με την Ελλάδα 28/07/1894). Το θέμα αυτό εξηγεί και την έντονη στη συνέχεια ανθελληνική στάση του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ στην έκβαση του πολέμου. Τουρκικές ενισχύσεις άρχισαν(Δεκέμβριος 1895) να φθάνουν και να αποβιβάζονται στη Κρήτη ενώ παράλληλα ανεξάρτητες ελληνικές ομάδες εθελοντών από την Ελλάδα άρχισαν να καταφθάνουν προς ενίσχυση των Κρητών επαναστατών, ειδικότερα μετά την πολιορκία του Βάμου και των σφαγών των Χριστιανών των Χανίων ως αντίποινα (Μάιος 1896). Τον ίδιο καιρό άρχισαν και να καταπλέουν στα ύδατα της Κρήτης πολεμικά πλοία των Μ. Δυνάμεων, με αποτέλεσμα μέρα με τη μέρα η κατάσταση να χειροτερεύει. Με την επέμβαση όμως αυτή των Δυνάμεων τελικά ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ παραχώρησε τις ζητούμενες εγγυήσεις, για την εφαρμογή των συμφωνηθεισών μεταρρυθμίσεων και προσωρινά φάνηκε να είχε αποκατασταθεί η ηρεμία. Όμως οι Τούρκοι της νήσου δεν φαίνονταν και τόσο ικανοποιημένοι βλέποντας ότι με τις μεταρρυθμίσεις που είχαν επιβληθεί, η διοίκηση της Κρήτης παραδίνονταν στους Έλληνες. Έτσι ο ερεθισμός μεταξύ των 2 λαών έφθασε(Ιανουάριος 1897) σε μεγάλη ένταση. Δολοφονίες, εμπρησμοί χωριών, φονικές συμπλοκές ακολουθούμενο το ένα του άλλου ξέσπασαν στις πόλεις και τα χωριά προκαλούμενες από τους Τούρκους, αποδεδειγμένα συμπράττοντας σ’ αυτά και ο εκεί υφιστάμενος τουρκικός στρατός.  Ο πρόξενος της Γαλλίας στα Χανιά τηλεγραφούσε στην Κυβέρνησή του(02/02/1897): «Χθές η πάλη διήρκεσεν όλην την ημέραν και ως λέγεται τα θύματα είναι πολυάριθμα. Οι Χριστιανοί προσδραμόντες αθρόως εκ του εσωτερικού απέκλεισαν τα Χανιά. Κατέχω αποδείξεις ότι η σύγχρονος αυτή εξέγερσις των Μωαμεθανών εν Ηρακλείω, Ρεθύμνω και Χανίοις είναι αποτέλεσμα οδηγιών εκ Κωνσταντινουπόλεως προς πρόκλησιν ταραχών, όπως παρακωλυθή η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων.» Στο τηλεγράφημα οι Κρήτες διακρίνονται σε Χριστιανούς και Μουσουλμάνους και όχι με εθνικά ονόματα λαών. Οι ταραχές εκείνες έλαβαν μεγάλη έκταση. Οι Τούρκοι έκαψαν την ελληνική συνοικία των Χανίων, ενώ μέγα μέρος του ελληνικού πληθυσμού της πόλης κατέφυγε στα πολεμικά πλοία των Μ. Δυνάμεων. Τότε οι Έλληνες της Κρήτης κήρυξαν νέα επανάσταση ζητώντας πλέον την ένωση με την Ελλάδα καθόσον αγήματα πεζοναυτών από τα ξένα πολεμικά πλοία αποβιβάστηκαν στα Χανιά. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Την εποχή εκείνη στα πολιτικά πράγματα της χώρας ήταν η Κυβέρνηση Θεοδώρου Δηλιγιάννη που είχε διαδεχθεί την Κυβέρνηση του Νικόλαου Δεληγιάννη(31/05/1895). Ο Πρωθυπουργός  Δηλιγιάννης και οι υπουργοί του Αλέξανδρος Σκουζές(Εξωτερικών) και Νικόλαος Γ. Μεταξάς(Στρατιωτικών) ειδικά επί του κρητικού ζητήματος που είχε λάβει πλέον διάσταση επανάστασης(1895-8), δέχονταν τους μύδρους της παράφορης δημαγωγικής ρητορείας του αρχηγού της τότε αντιπολίτευσης Δημητρίου Ράλλη ότι ειδικά ο Πρωθυπουργός είναι ανίκανος να χειριστεί «εθνικά ζητήματα». Έφθασε μάλιστα, ο Δ. Ράλλης, στο σημείο ν’ απειλεί επανάσταση, ακόμη και με κίνδυνο εμφυλίου, δηλώνοντας κατά την συνεδρίαση της Βουλής(21/01/1897): «Εάν η μοίρα κατεδίκασε την Ελλάδα να υποστή εκ νέου την πολιτική της κυβερνήσως του Θ. Δηλιγιάννη, οίαν υπέστη κατά το παρελθόν, ήθελον τεθή επικεφαλής όπως υψώσω την σημαίαν της επαναστάσεως κατά του καθεστώτος το οποίον εις ουδέν έτερο συντελεί ή να ζημιοί τα εθνικά συμφέροντα.» Συνέπεια των λόγων αυτών ήταν οι επαναλαμβανόμενες οχλαγωγικές συγκεντρώσεις στους δρόμους της Αθήνας. Οι κατηγορίες που διαδίδονταν κατά της Κυβέρνησης και του Βασιλιά δεν είχαν προηγούμενο. Ανεύθυνοι εθνοσωτήρες άρχισαν να διαδίδουν και να ενσπείρουν σύγχυση και υποψίες ότι Κυβέρνηση και Βασιλιάς ακολουθούν πολιτική υποτέλειας στην Αγγλία, αφού η Ελλάδα δεν επιθυμούσε στη πράξη ν’ αναλάβει καμία άμεση και αποτελεσματική ενέργεια υπέρ του Κρητικού αγώνα. Ένα περίεργο τότε σωματείο που είχε δημιουργηθεί και σε πολύ σύντομο διάστημα είχε καταστεί πανίσχυρο η διαβόητη Εθνική Εταιρεία, με πολυάριθμους οπαδούς στο στρατό, στον πνευματικό χώρο, στο δικαστικό σώμα και στις εφημερίδες άρχισε να επηρεάζει τα δρώμενα. Είχε αποκτήσει τόση δύναμη ώστε να επηρεάζει ακόμα και τον στρατό. Με την αξίωση ρύθμιζε την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της χώρας με απώτερο σκοπό τον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ούτε ο Βασιλιάς ούτε και η Κυβέρνηση ήλθαν σε σύγκρουση με τις τόσο αντιδραστικές εκείνες δυνάμεις, ικανές να διεγείρουν ακόμη και τον όλεθρο του εμφυλίου αφού ο βαθμός της εξ αυτών διάβρωσης του κρατικού μηχανισμού ήταν άγνωστος, εμπρός στην αναγκαιότητα της συσπείρωσης του λαού εκείνες τις ώρες. 3 ημέρες μετά την εκρηκτική δήλωση του Ράλλη, μέσα στην έξαψη εκείνη του λαού, μόλις έφθασαν οι πρώτες ειδήσεις περί σφαγών και εμπρησμών στη Κρήτη(Σφαγή Χανίων(1897)), αμέσως συνήλθε συμβούλιο και αποφασίσθηκε, στο δίκαιο της άμυνας και της οφειλόμενης προστασίας, η αποστολή μοίρας ελληνικών πολεμικών πλοίων στη Κρήτη υπό την αρχηγία του δευτερότοκου Πρίγκιπα Γεωργίου, με την εντολή της παρεμπόδισης κάθε περαιτέρω αποβίβασης τουρκικών δυνάμεων στη μεγαλόνησο. Αποπλέουν(25/01) τα πρώτα τορπιλλοβόλα, το σχεδόν νεότευκτο θωρηκτό ΥΔΡΑ με διοικητή της θωρηκτής μοίρας τον ναύαρχο Αριστείδη Ράινεκ(γιος Φιλέλληνα), ακολουθούμενο από τα ΜΥΚΑΛΗ και ΠΗΝΕΙΟΣ(27/01) και το τορπιλοβόλο(29/01) ΙΩΝΙΑ με γενικό Διοικητή της τορπιλοβόλου μοίρας τον Πρίγκιπα Γεώργιο και άλλα μεταγωγικά. Με αυτή την ενέργεια, η Ελλάδα προσπαθούσε να δημιουργήσει τετελεσμένο γεγονός για την επίτευξη της ένωσης. Οι σκοποί αυτοί της Ελλάδας έγιναν φανεροί με τη διακοίνωση που επέδωσε στους διπλωματικούς εκπροσώπους της στο εξωτερικό, μετά από τις εξηγήσεις που ζήτησαν οι πρεσβευτές των Μ δυνάμεων στην Αθήνα. Όμως και η απόφαση αυτή δεν στάθηκε ικανή να περιορίσει τους ρήτορες των οχλαγωγικών εκδηλώσεων, ούτε την ικανοποίηση της αντιπολίτευσης που κατηγορούσε τώρα την Κυβέρνηση πως δεν διέταξε τον στόλο να βομβαρδίσει τις παράλιες τουρκικές συνοικίες της Κρήτης. Έτσι η πίεση για αποστολή στρατού άρχισε να φουντώνει. O Πρωθυπουργός τότε υπέκυψε και ζήτησε επίσημα από τον Βασιλέα Γεώργιο την αποστολή εκστρατευτικού σώματος, παρόλο ότι αυτό ισοδυναμούσε με πρόκληση πολέμου. Ο Βασιλεύς Γεώργιος αντιστάθηκε στο αίτημα αυτό χαρακτηρίζοντας μια τέτοια επιχείρηση στρατού άνευ διεθνούς κάλυψης ως «ληστοπραξία». Ο Πρωθυπουργός όμως φοβούμενος, σε περίπτωση ματαίωσης της αποστολής, εξέγερση του λαού επέμεινε και τελικά αποφασίσθηκε η αποστολή μικτού αποσπάσματος από 2 τάγματα πεζικού, ένα λόχο ευζώνων, ένα τάγμα μηχανικού και μια ορειβατική πυροβολαρχία, υπό την διοίκηση του συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσου. Σκοπός του αποσπάσματος ήταν να προβεί σε κατοχή του νησιού, δημιουργώντας έτσι τετελεσμένο γεγονός για την ένωση με την Ελλάδα, για να προλάβει τη σχεδιαζόμενη διεθνή κατοχή και αυτονόμηση της Κρήτης. Το μικτό αυτό απόσπασμα στάλθηκε(01/02) με το ΑΛΦΕΙΟΣ(ατμομιοδρόμων), το επίτακτο ΙΩΝΙΑ και 2 άλλα πλοία και αποβιβάσθηκε στον όρμο Κολυμπάρι, Δ των Χανίων. Άρχισε(07/02) την επίθεσή κατά του πύργου των Βουκολιών και την επόμενη κατάφερε περίλαμπρη νίκη κατά 4.000 Τουρκοκρητών και τακτικού οθωμανικού στρατού στη μάχη των Λειβαδιών. Ενοχλημένοι όμως οι Ναύαρχοι των Μεγάλων Δυνάμεων, που είχαν στο μεταξύ αποβιβάσει αγήματα, από την παρουσία αυτή, απαγόρευσαν κάθε κίνηση και πολεμική ενέργεια του ελληνικού μικτού σώματος. ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΜΕΓΑΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ Την ίδια μέρα που απέπλεε το τορπιλλοβόλο με τον Πρίγκιπα Γεώργιο και η δύναμη του μικτού αποβατικού σώματος από 1.200 αξιωματικούς και οπλίτες υπό τον Βάσσο, μέσα σε φρενήρεις και ενθουσιώδεις επευφημίες του λαού, που είχε συρρεύσει στον Πειραιά, οι στόλοι Γαλλίας(υπό τον ναύαρχο Potier), Αγγλίας(υπό τον ναύαρχο Harris), Ρωσίας(υπό τον ναύαρχο Andriev), Αυστρίας(υπό τον ναύαρχο Brach), και Ιταλίας(υπό τον ναύαρχο Canevaro), είχαν καταπλεύσει στη Κρήτη. Αποβίβασαν αγήματα στα Χανιά, 50-100 ανδρών ανά εθνικότητα, υπό Ιταλό Πλοίαρχο διοικητή αποβατικών δυνάμεων, θέτοντας έτσι την Κρήτη, με την συγκατάθεση της Τουρκίας, υπό την προστασία τους, απαγορεύοντας κάθε περαιτέρω τουρκική απόβαση. Αμέσως μετά οι σημαίες των παραπάνω Μ. Δυνάμεων υψώθηκαν παράπλευρα της Τουρκικής στο φρούριο των Χανίων. Έτσι όταν έφθασε το ελληνικό μικτό απόσπασμα του Βάσσου, υπό τις συνθήκες αυτές αναγκάσθηκε ν’ αποβιβασθεί στη θέση Κολυμπάρι(24 km Δ των Χανίων). Ο συνταγματάρχης Βάσσος από την Μονή Γωνιές(Β του Κολυμπάρι) εξέδωσε(02/02), εν ονόματι του Βασιλιά των Ελλήνων, προκήρυξη προς τον Κρητικό λαό με την οποία και ανήγγειλε την κατάληψη της Κρήτης. Και ενώ αποφασίσθηκε την επομένη, σε συνεργασία και με τον ναύαρχο Ράινεκ η κατάληψη των Χανίων ακολουθώντας παραλιακή οδό, συνάντησε ένστολος αξιωματικός της διεθνούς χωροφυλακής και του επέδωσε μήνυμα-εντολή του τοποτηρητή ότι η Κρήτη έχει τεθεί υπό την προστασία των 5 Μεγάλων Δυνάμεων και ότι ο ελληνικός στόλος που έχει καταπλεύσει ν’ απόσχει κάθε πολεμικής επιχείρησης, το δε μικτό απόσπασμα να παραμείνει εκεί που βρίσκεται χωρίς καμία περαιτέρω ενέργεια. Παρά την παραπάνω διακοίνωση, ακολούθησαν η μάχη των Βουκολιών και η μάχη των Λειβαδιών μετά τις οποίες το μικρό ελληνικό εκστρατευτικό σώμα ανακλήθηκε(Μάρτιος) και ενσωματώθηκε στη δύναμη της Θεσσαλίας. ΔΙΑΚΟΙΝΩΣΗ ΔΥΝΑΜΕΩΝ Οι Μ. Δυνάμεις επέδωσαν(18/02-02/03/1897) στην ελληνική κυβέρνηση διακοίνωση με την οποία κατέστησαν γνωστή την απόφασή τους να παραχωρήσουν στη Κρήτη καθεστώς αυτονομίας υπό την υψηλή κυριαρχία του Σουλτάνου, αφού απέκλεισαν την ένωσή της με την Ελλάδα. Για να τεθούν οι προϋποθέσεις της αυτονομίας(της οποίας οι λεπτομέρειες δεν είχαν συμφωνηθεί ακόμη), έθεταν προθεσμία 6 ημερών προκειμένου η Ελλάδα ν’ ανακαλέσει το εκστρατευτικό της σώμα από την Κρήτη, ενώ τα τουρκικά στρατεύματα θα μειώνονταν και θα περιορίζονταν στα φρούρια. Η Υψηλή Πύλη συμφώνησε προς την λύση αυτή, η ελληνική κυβέρνηση όμως την απέρριψε. Στη φάση αυτή η ελληνική κυβέρνηση, κάτω από την πίεση της αντιπολίτευσης και της εκτεταμένης δράσης της Εθνικής Εταιρείας που υποκινούσαν οχλοκρατικές εκδηλώσεις στους δρόμους της Αθήνας αλληλοκατηγορούμενοι οι πάντες για «εσχάτη προδοσία», αν η Κρήτη αυτονομούνταν, αντέκρουσε τη διακοίνωση ζητώντας τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος των Κρητών, προκειμένου οι ίδιοι ν’ αποφασίσουν. Όμως οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν συναινούσαν στον τρόπο που εννοούσε η Ελλάδα την αυτονομία. Η Αγγλία και η Ιταλία ήταν πιο δεκτικές σε αυτονομία υπό τον πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδας αλλά η Γερμανία, που επιθυμούσε την ανατροπή του βασιλιά της Ελλάδας ως αγγλόφιλου και την αντικατάστασή του με τον γερμανόφιλο Διάδοχο Κωνσταντίνο, ήταν βασικός παράγοντας εναντίον κάθε συμβιβασμού. Μαζί της συμπαρατάσσονταν η Ρωσία και η Αυστρία. Μετά την άρνηση της Ελλάδας να συμμορφωθεί στην περί αυτονομίας της Κρήτης απόφαση των Μ. Δυνάμεων, ήταν ολοφάνερο ότι η Ελλάδα, απομονωμένη από κάθε διεθνή υποστήριξη και με τις Μεγάλες Δυνάμεις να μη της επιτρέπουν να έρθει σε συνεννόηση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, προχωρούσε προς τον πόλεμο. Το ίδιο συνέβαινε και στην αντίπαλη πλευρά, όπου ο σουλτάνος ήταν δέσμιος των πολεμοχαρών υπουργών και στρατιωτικών. Τελικά, η Οθωμανική κυβέρνηση αποφάσισε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας, αφού όμως της δόθηκε αφορμή με την εισβολή των ατάκτων στη Μακεδονία. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΜΠΟΛΕΜΩΝ Ο ελληνικός στρατός την εποχή εκείνη δεν ήταν σε επαρκή κατάσταση ετοιμότητας και η σχετική φράση του πρωθυπουργού Χαριλάου Τρικούπη, στη Βουλή, πριν λίγα χρόνια, ανταποκρινόταν στην αλήθεια και σε μια περίτρανη και ταυτόχρονα κυνική ομολογία ότι τίποτε δεν είχε πράξει και εκείνος ως πολιτικός υπεύθυνος περί αυτού στις 2 προηγούμενες περιόδους της πρωθυπουργίας του. Οι αξιωματικοί του πεζικού, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, ήταν εντελώς αμαθείς και ανίκανοι, όπως και του ιππικού. Σε κάπως καλύτερη κατάσταση βρίσκονταν οι αξιωματικοί του πυροβολικού και του μηχανικού, έχοντας τουλάχιστον θεωρητική μόρφωση αλλά με σημαντικό πρόβλημα στην πρακτική εκπαίδευση(πολλοί πυροβολητές δεν είχαν ρίξει, πριν τον πόλεμο, ούτε μια βολή). Ακόμη και ο οπλισμός του στρατού υστερούσε, έχοντας ως βασικό όπλο τον γκρα(αργό οπισθογεμές τουφέκι), με φυσίγγια του 1886 ή παλιότερων εποχών. Αυτό το γνώριζε πολύ ο ίδιος ο Βασιλεύς Γεώργιος ο Α΄ όταν επιστρέφοντας(καλοκαίρι 1896), από την Ευρώπη, δημοσίευσε σε ΦΕΚ μια επιστολή-εντολή προς τον πρωθυπουργό Θ. Δηληγιάννη(22/11/1896), για πρόσκληση εφεδρειών στο στρατό προκειμένου η αξιόμαχη δύναμη αυτού να συμπληρώνει τους 10-12.000 άνδρες, την δημιουργία μεγάλου στρατοπέδου μεταγωγών και εκτελέσεις γυμνασίων των κυριοτέρων σχηματισμών. Η ιστορική αυτή αδιαβάθμητη και επίσημα δημοσιευθείσα επιστολή, που αφορούσε επείγουσα στρατιωτική ανασύνταξη, ουσιαστικά αποτελούσε ευθεία βολή κατά της επιδειχθείσης σχετικής «αναλγησίας» των τελευταίων κυβερνήσεων και κάποιους διπλωματικούς εξωτερικούς στόχους, με συνέπεια να προκαλέσει ιδιαίτερη εντύπωση. Αντίθετα, οι Τούρκοι ήταν εξοπλισμένοι με επαναληπτικά τουφέκια τύπου μάουζερ, ενώ το βεληνεκές των τουρκικών πυροβόλων ήταν αρκετά μεγαλύτερο από αυτό των ελληνικών. Μόνο στο ναυτικό ήταν αδιαμφισβήτητη η ελληνική υπεροχή, εξ ου και δεν εμφανίσθηκε πουθενά ο τουρκικός στόλος παρότι διέθετε και θωρηκτά πλοία. Ο τουρκικός στρατός ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Διέθετε αριθμητική υπεροχή, καλύτερο οπλισμό και καλύτερη εκπαίδευση στελεχών, από Γερμανούς αξιωματικούς. Αν η οθωμανική στρατιωτική διοίκηση δεν έκανε σειρά τακτικών σφαλμάτων, ειδικά κατά τη μάχη των Φαρσάλων, θα είχε επιτύχει την εκμηδένιση του ελληνικού στρατού. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ Αμέσως μετά την άρνηση της Ελλάδας στη Διακοίνωση των Συμμάχων για την αυτονομία της Κρήτης, την ίδια μέρα δηλ. της επίδοσης-άρνησης(18/02) κηρύσσεται επίσημα γενική επιστράτευση (είχε ξεκινήσει αθόρυβα 3 μέρες πριν), με πολλές ατέλειες, κατά την οποία κλήθηκαν τελικά 10 κλάσεις εφέδρων. Η τουρκική επιστράτευση είχε ξεκινήσει και εκείνη νωρίτερα, ακανόνιστα όμως και πολύ πιο πρόχειρα. Η έλλειψη οικονομικών μέσων επαύξανε την αταξία επιστράτευσης των Τούρκων. Την εποχή εκείνη Μέγας Βεζίρης ήταν ο Χαλίλ Ριφάτ Πασάς και υπουργός Πολέμου ο Μεχμέτ Ριζά Πασάς. ΜΕΘΟΡΙΟΣ Η ελληνοτουρκική μεθόριος στη Θεσσαλία βρισκόταν(1897) στις ΝΑ. προσβάσεις του Ολύμπου και στις Ν προσβάσεις των Χασίων σχηματίζοντας ένα Υ με τη βάση του μεταξύ των χωριών Γκρίζανος και Ζάρκος, όπως είχε προσδιοριστεί από την Επιτροπή Καθορισμού Ελληνοτουρκικών Συνόρων(Θεσσαλίας-Ηπείρου), επί σχεδίων που εκπόνησε ο Άγγλος ταγματάρχης John Artang(20/06/1882), και ολοκληρώθηκε στις 05/11/1882. Ο ποταμός Πηνειός αποτελούσε για τον Τούρκο διοικητή προγεφύρωμα για την εκδίωξη των Ελλήνων. Η ελληνική διοίκηση πιστή μέχρι τότε στα γαλλικά πρότυπα πολεμικής τακτικής είχε εμπιστευθεί την οργάνωση της άμυνας στον Γάλλο στρατηγό Vosseur της γαλλικής αποστολής στα υπερκείμενα του Πηνειού περάσματα Μελούνας(Β Τιρνάβου) και Ρεβένι(Ν Τιρνάβου) αμφότερα Δ της Λάρισας. ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΜΟΝΑΔΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ Ο ελληνικός στρατός εκστρατείας που συγκροτήθηκε απετέλεσε 3 μεραρχίες. Την 1η(Ι Μεραρχία) με Διοικητή τον Μακρή, με στρατηγείο τη Λάρισα και 2η(ΙΙ Μεραρχία) με διοικητή τον συνταγματάρχη Γεώργιο Μαυρομιχάλη με στρατηγείο τα Τρίκαλα, που συγκεντρώθηκαν στη Θεσσαλία και η 3η(ΙΙΙ Μεραρχία) με διοικητή τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Μάνο, στη περιοχή της Άρτας. Αρχηγός του στρατού Θεσσαλίας ορίσθηκε, με Διάταγμα που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως(12-25/03) ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, που έφθασε στο στρατηγείο του και ανέλαβε(17-29/03) από τον υποστράτηγο Νικόλαο Μακρή και με αρχηγό του επιτελείου τον συνταγματάρχη πυροβολικού Κωνσταντίνο Σαπουτζάκη και υπασπιστή τον λοχαγό Χατζηπέτρο. Τότε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος ήταν ο μοναδικός Έλληνας αξιωματικός με βαθμό στρατηγού. Η σύνθεση της τότε ελληνικής μεραρχίας: 2 ταξιαρχίες, συγκροτούμενη έκαστη από 2 συντάγματα πεζικού, 4 ανεξάρτητα τάγματα ευζώνων, 1 σύνταγμα πυροβολικού, 1 σύνταγμα ιππικού και  2 λόχοι μηχανικού.  Έτσι η δύναμη της Ηπείρου ήταν όπως η προαναφερόμενη της Μεραρχίας ενώ της Θεσσαλίας διπλάσια(2 Μεραρχίες). Η δύναμη του στρατού Θεσσαλίας ανέρχονταν σε 38.000, 500 ιππείς και 96 πυροβόλα, ενώ της Άρτας σε 16.000 άνδρες και 40 πυροβόλα. ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ Ο τακτικός σουλτανικός στρατός(επιλεγόμενος επίσημα «Ασκερί Νιζαμιγιέ Σαχανέ») εκστρατείας που συγκροτήθηκε αποτελούνταν από 8 μεραρχίες πεζικού και μία μεραρχία ιππικού(3πλάσιες δυνάμεις των ελληνικών). 2 μεραρχίες πεζικού διατέθηκαν στην Ήπειρο ενώ η κύρια δύναμη των 6 μεραρχιών πεζικού και της μεραρχίας ιππικού διατέθηκε στα θεσσαλικά σύνορα. Η σύνθεση της τότε τουρκικής μεραρχίας: 15-18 τάγματα πεζικού, δηλ. 5-6 συντάγματα περίπου, 3-6 πεδινές πυροβολαρχίες και 1 ίλη ιππικού. Η τουρκική μεραρχία ιππικού περιελάμβανε 16 ίλες και 3 έφιππες πυροβολαρχίες. Εκτός όμως της τακτικής αυτής δύναμης ο τουρκικός στρατός Θεσσαλίας διέθετε και γενική εφεδρεία αποτελούμενη από 10 τάγματα πεζικού, 9 πεδινές πυροβολαρχίες και 3 λόχους μηχανικού. Έτσι η συνολική τουρκική δύναμη στα Θεσσαλικά σύνορα έφθανε τους 92.500 άνδρες πεζικού, 1300 ιππείς, με 186 πυροβόλα και στην Ήπειρο 29.000 άνδρες με 24 πυροβόλα. Παρά τον τουρκικό στρατό υπήρχε γερμανική εκπαιδευτική στρατιωτική αποστολή υπό τον Γερμανό στρατηγό von der Goltz. Αρχηγός του τουρκικού εκστρατευτικού στρατού ήταν ο Ετέμ Πασάς που είχε ως σύμβουλό του τον Γερμανό von Grumbkov και αρχηγό του επιτελείου τον Σεφκέτ μπέη. Διοικητές των μεραρχιών ήταν οι στρατηγοί Χαϊρή(1ης), Νεσκάτ (2ης), Μεμντούχ(3ης), Χαϊντέρ(4ης), Χακή(5ης), Χαμντή(6ης) και Σουλεϊμάν του ιππικού. ΜΕΤΩΠΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Στην Θεσσαλία οι Τούρκοι είχαν συγκεντρώσει 6 μεραρχίες με 58.000 πεζούς, 1500 ιππείς και 156 πυροβόλα υπό την διοίκηση του Εντέμ Πασά με αρχηγείο την Ελασσόνα. Μια 7η ήρθε αργότερα. Οι Έλληνες ήταν 45.000 πεζοί, 800 ιππείς και 96 πυροβόλα και διοικούνταν από τον πρίγκιπα Κωνσταντίνο με στρατηγείο τη Λάρισα. Ο ελληνικός στόλος του 1897 κυριαρχούσε στην θάλασσα, αφού ήταν μεγαλύτερος του τουρκικού. Μία μέρα πριν φθάσει ο Διάδοχος Κωνσταντίνος στο στρατηγείο, περίπου 2.000 άτακτοι από την Εθνική Εταιρεία πέρασαν τα σύνορα προσπαθώντας να ξεσηκώσουν σε επανάσταση την Μακεδονία όπου και σημειώθηκαν οι πρώτες αψιμαχίες. ΕΠΙΤΕΛΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ Το σχέδιο του Τούρκου αρχηγού(και του γερμανικού επιτελείου του): να περάσει από την ελληνική αριστερή πλευρά και το ταχύτερο δυνατόν ή να κυκλώσει τους Έλληνες ή να φθάσει στο Πηνειό όπου με προγεφύρωμα αυτόν ν’ απωθήσει τους Έλληνες στη Στερεά. Στην πράξη συνάντησε σθεναρή πλευρική αντίσταση ενώ το κέντρο του προχώρησε. Έτσι το αρχικό σχέδιο συνέχεια μεταβαλλόταν με συνέπεια τις αργές μετακινήσεις των τουρκικών σχηματισμών. Το σχέδιο του ελληνικού επιτελείου όπως το είχε παραδώσει ο Γάλλος Vosseur και είχε επεξεργασθεί και εγκρίνει ο υποστράτηγος Μακρής ήταν κυρίως αμυντικό, βασισμένο στη γαλλική τακτική, δηλ. της ανάπτυξης ανοικτών πεδίων εμπλοκής με τις γνωστές οδυνηρές ατέλειες, τις ίδιες ακριβώς που είχε αντιμετωπίσει και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στη μάχη του Φαλήρου, ειδικά όταν ο εχθρός είναι αριθμητικά υπέρτερος. Δεν είχαν εκπονηθεί αναλυτικά σχέδια ούτε υλοποιηθεί σοβαρά αμυντικά έργα και δεν υπήρχαν εφεδρείες που θα επέτρεπαν το σχηματισμό 2ης αμυντικής γραμμής και την αποστολή ενισχύσεων στα σημεία όπου θα υπήρχε ανάγκη.  Όμως ο Διάδοχος Κωνσταντίνος έκρινε μη ικανοποιητική αυτή τη διάταξη και έδωσε(19/03) εντολή για αναπροσαρμογή της. Ο στρατός θα διατασσόταν σε βάθος, αντί της προηγούμενης γραμμικής παράταξης, ώστε να συγκεντρωθεί σε ισχυρότερες μονάδες, στα πιθανά σημεία εισβολής των Τούρκων. Η διαταγή αυτή, λίγες μέρες πριν την έναρξη των εχθροπραξιών, ήταν λογικό να συναντήσει δυσκολίες και να μην έχει προλάβει να συμπληρωθεί στις πρώτες μέρες του πολέμου. ΕΙΣΒΟΛΗ ΑΤΑΚΤΩΝ Πριν φθάσει στο στρατηγείο της Λάρισας και αναλάβει την διοίκηση των επιχειρήσεων, κατ’ εντολή της κυβέρνησης, ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, περίπου 2.500- 3.000 άτακτοι(κατ’ εκτίμηση του Γάλλου λοχαγού Dussy) ή μόνο 2.000(κατ’ εκτίμηση του Μελά, που κρίνεται ορθότερο) εισόρμησαν στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία. Η δύναμη αυτή είχε οργανωθεί από την Εθνική Εταιρεία η οποία, από τον Φεβρουάριο, όπλιζε συρφετούς απόλεμων και αμάχων. Οι επιχειρήσεις των ατάκτων κατά παραμεθορίων τουρκικών φυλακίων και μερικά χιλιόμετρα περί αυτών εντός της Μακεδονίας, διήρκεσαν 4 μόνο ημέρες. Η όλη δραστηριότητά τους είχε κατασταλεί(31/03-12/04) πλήρως από 3 ενισχυμένα τουρκικά αποσπάσματα, ενώ οι περισσότεροι εξ αυτών είχαν καταφύγει στη Θεσσαλία. Από την 1η μέρα της εισβολής των ατάκτων η ελληνική κυβέρνηση έσπευσε να διακηρύξει ότι ουδεμία σχέση είχε με αυτούς και αντίθετα την ευθύνη είχε η τουρκική πλευρά που δεν διασφάλιζε τα σύνορά της. Αλλά και εκ μέρους του Σουλτάνου δεν υπήρξε σχετική διαμαρτυρία επ’ αυτών των «ληστρικών συμμοριών» όπως τις χαρακτήρισε σε τηλεγράφημά του ο Ετέμ πασάς. Ο δε αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος μόλις ενημερώθηκε σχετικά, φθάνοντας στη Λάρισα, περί της εισβολής αυτών έδωσε εντολή καμία στρατιωτική μονάδα να μη κινηθεί και διαταγή να απομακρυνθούν από τα σύνορα και οι έτεροι 2.000 άτακτοι που παρέμεναν στη περιοχή της Ηπείρου. Η εισβολή των ατάκτων προκάλεσε την οργή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων οι οποίες την χαρακτήρισαν ανειλικρινή ενέργεια και έδωσε στην Οθωμανική αυτοκρατορία την αφορμή πολέμου που αναζητούσε. ΔΙΑΚΟΠΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ  Η Υψηλή Πύλη διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με το Βασίλειο της Ελλάδας(05-17/04/1897). Κλήθηκε(νύχτα 17/04) ο Έλληνας πρεσβευτής στη Κωνσταντινούπολη Ν. Μαυροκορδάτος από τον υπουργό Εξωτερικών, Τουρχάν Πασά, πρώην Βαλή της Κρήτης, όπου και επιστρέφοντας το διαβατήριό του, του επέδωσε διακοίνωση διακοπής των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των 2 χωρών «ένεκα αρξαμένων υπό της Ελλάδος εχθροπραξιών κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Ο Τούρκος πρέσβης στην Αθήνα Ασήμ Μπέης επέδωσε(Κυριακή των Βαΐων, 06-18/04/1897, 10:30) στον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Α. Σκουζέ την ρηματική διακοίνωση περί διακοπής των διπλωματικών σχέσεων. Το κείμενο της τουρκικής διακοίνωσης: ΥΨΗΛΗ ΠΥΛΗ  ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ 5 Απριλίου 1897 ΔΙΑΚΟΪΝΩΣΙΣ ΡΗΜΑΤΙΚΗ «Ο Υπουργός εξωτερικών λαμβάνει την τιμήν να κοινοποιήση εις την Αυτού Εξοχότητα τον απεσταλμένον της ελληνικής Αυτού Μεγαλειότητος, ότι ένεκα της εχθρικής πλέον στάσεως της κυβερνήσεως της Ελλάδος προς την Αυτοκρατορικήν οθωμανικήν κυβέρνησιν, αι διπλωματικαί μεταξύ των δύο κρατών σχέσεις διεκόπησαν και ο εν Κωσταντινουπόλει πρέσβης της Αυτού Μεγαλειότητος(Ελλάδος), καθώς και οι καθ΄ όλην την οθωμανικήν επικράτειαν πρόξενοι(Ελλάδος) διετάχθησαν ν΄ αναχωρήσωσιν, ομοίως δε και ο εν Αθήναις πρέσβης της αυτοκρατορικής οθωμανικής κυβέρνησης και οι απανταχού της Ελλάδος πρόξενοι(εν. Οθωμανοί), προσεκλήθησαν κατεπειγόντως εις Κωνσταντινούπολιν. Συμφώνως προς την ληφθείσαν απόφασιν οι εμπορευόμενοι και οι υπήκοοι Έλληνες οι ευρισκόμενοι εις Αυτοκρατορίαν οφείλουσι να εγκαταλείψωσι το έδαφος αυτής εντός δεκαπενθημέρου προθεσμίας. Ομοίως διετάχθησαν οι εν Ελλάδι υπήκοοι Οθωμανοί να εγκαταλείψωσι το έδαφος του Βασιλείου της Ελλάδος εντός της αυτής προθεσμίας». Ένα 24ωρο όμως πριν(νύκτα 16ης προς 17η/04), η Τουρκία κατηγόρησε την Ελλάδα για κατάληψη υψωμάτων στις περιοχές Ανάληψη και Παδίκα. Το Σουλτανικό υπουργικό συμβούλιο και ο Σουλτάνος αποφάσισαν(πρωί 17/04) τελικά να διατάξουν τις μεσημβρινές ώρες τον οθωμανικό στρατό ν’ απωθήσει τις τελευταίες καταλήψεις των Ελλήνων και να περάσει στην επίθεση. Το ίδιο βράδυ οι Τούρκοι παρέδωσαν στο Έλληνα πρέσβη στη Κωνσταντινούπολη Μαυροκορδάτο το διαβατήριό του. Το Ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών αμέσως μετά την επίδοση προέβη σε έντονη διαμαρτυρία ότι «η Ελλάς όχι μόνο δεν προέβη σε πράξεις εχθρότητας, αλλά απεναντίας και υπέστη τις τελευταίες ημέρες επί πλείστων σημείων της οροθετικής γραμμής αλλεπάλληλες επιθέσεις του τουρκικού στρατού». Λαμβάνοντας δε τη διακοίνωση αυτή ο τότε πρωθυπουργός Θ. Δηλιγιάννης συγκάλεσε σε έκτακτη συνεδρίαση την ελληνική Βουλή όπου και έκανε το απόγευμα της ίδιας ημέρας την ακόλουθη ανακοίνωση στη Βουλή: «Από της 10ης πρωινής της σήμερον διατελούμεν εν σταδίω εχθροπραξιών των οποίων ήρξατο το όμορον κράτος εν πολέμω ακηρύκτω, από της 10ης της πρωίας της σήμερον είμεθα εν διακοπή σχέσεων με την Υψηλή Πύλη, ήτις σημαίνει τούτο ωσεί είμεθα εν πολέμω... Η τουρκική κυβέρνησις ανεκοίνωσεν εις ημάς, ότι διακόπτει τα σχέσεις προς το ελληνικόν κράτος, διότι ημείς ηρξάμεθα εχθροπραξιών. Δεν υποθέτω ότι σύνηθες θάρρος ηδύνατο να δικαιολογήση τοιαύτην ακρίβειαν. Το Ελληνικόν κράτος είχε σκοπόν, σκοπόν ευγενή, σκοπόν επιβαλλόμενον υπό των καθηκόντων προς τον πολιτισμόν, σκοπόν εμβαλλόμενον υπό του αισθήματος, όπερ πρέπει να έχη έκαστος λαός προς τους ομοθρήσκους και ομοφύλους αυτού. Τον σκοπόν τούτον προσεπάθει να αναπληρώση δια μέσων ειρήνης. Παρασκευάζετο προς πόλεμον, αλλά παρασκευάζετο δια να προβή εις τον πόλεμον, όταν εξηντλείτο πάσα ελπίς περί της εκπληρώσεως του σκοπού δια των μέσων της ειρήνης, αλλ΄ αφ΄ ου τον πόλεμον μας προκηρύττει το όμορον κράτος καθήκον έχομεν να τον δεχθώμεν και τον εδέχθημεν. Ελπίζω ότι ο ελληνικός λαός όπου Γης και αν είναι θέλει αισθανθεί εις τα στέρνα του το πυρ της αγάπης προς την πατρίδα και θέλει ενθυμηθή ότι, εάν αυτή δεν δύναται να αξιώσει, ότι εδημιούργησε μέχρι τούδε η ιστορία μεγάλου λαού, ότι όμως δεν ελησμόνησε ότι είναι απόγονος μεγάλου λαού, όστις εδίδαξεν την δύσιν και την ανατολήν την αλήθειαν και την δικαιοσύνην. Επομένως δεν αμφιβάλλω ότι οι άνδρες οίτινες συνεκεντρώθησαν υπό την κυανόλευκον, θέλουσι πάντες προτιμήσει τον θάνατον, ουδέποτε δε ανεχθή την ατίμωσιν της ιεράς ταύτης γης».  Μέσα σε θύελλα ζητωκραυγών και από την αντιπολίτευση όπου ο αρχηγός της Δ. Ράλλης όρθιος χειροκροτούσε τον πρωθυπουργό ανήλθε στο βήμα και προέβη στις ακόλουθες δηλώσεις: «Οφείλομεν να κηρύξωμεν εντεύθεν ότι ευλογημένη η ώρα κατά την οποίαν οι Τούρκοι προεκάλεσαν ημάς, κηρύξαντες τον ακήρυκτον αυτόν πόλεμον. Δεν ια είναι ούτος πόλεμος μεταξύ δύο Πολιτειών, μεταξύ δύο κρατών, είναι πόλεμος του Γένους περί υπάρξεως, και εις τοιούτον πόλεμον οφείλει να αποδυθή ο Ελληνικός Λαός ... Ο ελληνισμός έχει να εκδικήση την ύβριν τεσσάρων και πλέον αιώνων, και αποδυόμενος εις τον υπέρ των όλων αγώνα, εννοεί την ύβριν ταύτην να εκδικήση και θα νικήση ή δ΄ άλλως ας εξοντωθή Τον Δ. Ράλλη ακολούθησαν στο Βήμα και άλλοι αρχηγοί κομμάτων με ίδια ενθουσιώδη συμπεριφορά. Στους δρόμους της Αθήνας που είχαν μαθευτεί σχετικά τα δρώμενα είχε ξεχυθεί ο κόσμος ως χείμαρρος και πανηγύριζε με σάλπιγγες, ενώ το ίδιο βράδυ στις εκκλησίες, στην ακολουθία του Νυμφίου γίνονταν πολεμικές δεήσεις, όπου γονατιστοί όλοι έψελναν το τροπάριο της «Υπερμάχου Στρατηγού». Το απόγευμα της ίδιας ημέρας επιστράφηκε το διαβατήριο του Τούρκου πρέσβη, ενώ ο Έλληνας ομόλογός του στη Κωνσταντινούπολη αποχώρησε(20/04). Κατά την αναχώρησή του παρευρέθηκε όλο το Διπλωματικό Σώμα της Κωνσταντινούπολης με εξαίρεση τον πρέσβη της Γερμανίας. Στην απορία του Ν. Μαυροκορδάτου περί της απουσίας του, κάποιος διπλωμάτης επεσήμανε «Εξοχότατε φαίνεται πως είστε σε πόλεμο και με την Αυτοκρατορία της Γερμανίας!». Η φράση αυτή παρά την υπερβολή της στην ουσία δεν απείχε πολύ από την αλήθεια. Στη συνέχεια έπεσε η Κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη την οποία και διαδέχθηκε η Κυβέρνηση Δημητρίου Ράλλη. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Στο Μάτι οι Έλληνες είχαν οχυρωθεί καλύπτοντας τον δρόμο για τον Τύρναβο. Εδώ έγιναν σκληρές μάχες(21 και 22/04) με τους Έλληνες να προσπαθούν να υπερκεράσουν το τουρκικό δεξί πλευρό. Αυτό δεν έγινε δυνατό αλλά το αριστερό των Τούρκων έκανε(23/04) νέα προέλαση και όταν όλες οι τουρκικές δυνάμεις μπόρεσαν να ευθυγραμμιστούν πίεσαν τις ελληνικές πτέρυγες. Το απόγευμα το ελληνικό στρατηγείο διέταξε υποχώρηση δημιουργώντας πανικό. Οι Έλληνες στρατιώτες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και άτακτα υποχώρησαν περνώντας την Λάρισα η οποία και εκκενώθηκε. Η Λάρισα καταλήφθηκε(27/04) αφού οι τουρκικές δυνάμεις δεν καταδίωξαν τις ελληνικές και προχώρησαν αργά. Κοντά στα Φάρσαλα ο Ελληνικός στρατός επανήλθε σε τάξη και σχημάτισε νέα γραμμή, σχεδιάζοντας αντεπίθεση, όμως το ηθικό των στρατιωτών είχε πέσει. Είχαν περάσει πίσω από τις στρατηγικές θέσεις της Λάρισας και του Βελεστίνο. Τελικά στάλθηκε σιδηροδρομικώς μια μεραρχία στο Βελεστίνο, αλλά έτσι οι ήδη κατώτερες ελληνικές δυνάμεις διαιρέθηκαν σε 2 κομμάτια με απόσταση 60 km ανάμεσά τους. Μια τουρκική αναγνωριστική δύναμη αναχαιτίστηκε(27/04) στο Βελεστίνο και έγιναν μάχες(29 και 30/04) με τους Έλληνες να κρατούν υπό τις διαταγές του Συνταγματάρχη Πυροβολικού Σμολένσκη. Οι Τούρκοι έκαναν ετοιμασίες και επιτέθηκαν(05/05) στα Φάρσαλα(Μάχη Φαρσάλων) με 3 μεραρχίες απωθώντας τις ελληνικές δυνάμεις από τις θέσεις που είχαν πάρει μπροστά από την πόλη. Οι μάχες συνεχίστηκαν ως το βράδυ και ο ελληνικός στρατός συμπτύχθηκε με σχετική τάξη στον Δομοκό. Το Βελεστίνο εγκαταλείφθηκε από τις δυνάμεις του Σμολένσκη, οι οποίες συμπτύχθηκαν στον Αλμυρό μόλις ολοκληρώθηκε με ασφάλεια η ανασύνταξη στον Δομοκό. Οι Έλληνες είχαν τον χρόνο να οχυρωθούν μέχρι τη νέα επίθεση στον Δομοκό από τον Εντέμ Πασά(17/05), με 3 σημεία κρούσης. Το δεξί αναχαιτίστηκε από το απόσπασμα τού Τερτίπη και την Λεγεώνα των Φιλελλήνων και τούς Γαριβαλδινούς(συνολικά 3.060 ξένοι, εκ των οποίων 2.783 Ιταλοί, ανάμεσα τους οι Nikola Barbato, Riziotti Garibaldi-γιός του πασίγνωστου Garibaldi, Antonio Fratti -σκοτώθηκε σ’ αυτή τη μάχη-, Ferrucio Tolomei και Giuseppe Evangelisti, Amilcare Ciprianni). Το κέντρο υπέστη σοβαρές απώλειες. Το αριστερό όμως προέλασε μέχρι τις ελληνικές γραμμές, οπότε και αυτή η τοποθεσία εγκαταλείφθηκε την νύχτα και η Φούρκα την επόμενη. Ο Σμολένσκη έφτασε(18/05) από τον Αλμυρό και διατάχτηκε να κρατήσει το πέρασμα στις Θερμοπύλες. Δεν χρειάστηκε να πολεμήσουν όμως, αφού ο Σουλτάνος διέταξε παύση πυρός(20/05) μετά από προτροπή του Ρώσου Τσάρου. ΜΕΤΩΠΟ ΗΠΕΙΡΟΥ Στην Ήπειρο υπήρχαν 15.000 Έλληνες στρατιώτες συμπεριλαμβανομένων ενός συντάγματος ιππικού και 5 πυροβολαρχίες υπό την διοίκηση του Συνταγματάρχη Μάνου έναντι 28.000 Τούρκων με 48 πυροβόλα υπό τις διαταγές του Αχμέτ Χιφσί Πασά. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν σχηματίσει γραμμή άμυνας από την Άρτα στο Πέτα, ενώ οι Τούρκοι βρίσκονταν στην περιοχή των Ιωαννίνων, στα Πέντε Πηγάδια και μπροστά από την Άρτα. Οι Τούρκοι ξεκίνησαν(18/04) βομβαρδισμό της Άρτας αλλά δεν μπόρεσαν να πάρουν την γέφυρα. Υποχώρησαν και οχυρώθηκαν στην Φιλιππιάδα η οποία καταλήφθηκε(23/04) από τον Συν/χη Μάνο. Οι Έλληνες συνέχισαν μέχρι τα Πέντε Πηγάδια όπου μετά από αψιμαχίες(27/04) και νέες επιθέσεις(28 και 29/04) δεν μπόρεσαν να κάνουν κάτι αφού δεν έρχονταν ενισχύσεις. Έγινε νέα Ελληνική επίθεση(12/05) ενώ Ηπειρώτες εθελοντές προσπάθησαν να αποκόψουν την τουρκική φρουρά στην Πρέβεζα. Το ελληνικό κέντρο επιτέθηκε(13/05) στην Στρεβίνα με σκοπό να καταλάβει και να κρατήσει μια αμυντική θέση, που το κατάφερε την επόμενη με ενισχύσεις από την αριστερή πτέρυγα. Τελικά όμως οπισθοχώρησαν(15/05). ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ Με την μεσολάβηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων και της Ρωσίας, υπογράφηκε ειρήνη(20/09). Η Ελλάδα αναγκάστηκε να πληρώσει ένα μεγάλο ποσό σαν πολεμικές αποζημιώσεις και να δώσει ένα μικρό κομμάτι της Θεσσαλίας στην Τουρκία. Η ελληνική κυβέρνηση Ράλλη για να πληρώσει το ποσό αυτό υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στην Επιτροπή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου όλες τις θεωρούμενες επαρκείς προσόδους για αποζημίωση. Για την εξόφληση του δημόσιου χρέους εκχωρήθηκαν στο ΔΟΕ τα μονοπώλια άλατος, πετρελαίου, σπίρτων, παιγνιοχάρτων, τσιγαρόχαρτου, ναξίας σμύριδος, ο φόρος κατανάλωσης καπνού, τα τέλη χαρτοσήμου και οι δασμοί του τελωνείου Πειραιώς. Η συνθηκολόγηση χαρακτηρίστηκε ταπεινωτική για τους Έλληνες και το ελληνικό έθνος, αφού έχασαν προσωρινά(ως το 1908) ορισμένες από τις ελευθερίες για τις οποίες αγωνίστηκαν στην Επανάσταση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου