Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Νικήτας Σταματελόπουλος-Νικηταράς

Νικήτας Σταματελόπουλος-Νικηταράς
Ο Νικηταράς(Νικήτας Σταματελόπουλος) είναι μια εξέχουσα και ηρωϊκή φυσιωγνομία του επαναστατικού αγώνα του 21. Ανιψιός του Θ. Κολοκοτρώνη ήταν ευρύτερα γνωστός σαν δεξί του χέρι. Η δημώδης μούσα έλεγε: «Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης». Γεννήθηκε(1787) στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα(Αναστασίτσα) Μεσσηνίας, αλλά καταγόταν από το χωριό Τουρκολέκα Φαλαισίας(Ν. Αρκαδία). Ο πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας και η μητέρα του η Σοφία Καρούτσου, αδερφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Λόγω της καταγωγής του υπέγραφε με το όνομα Τουρκολέκας ή Τουρκολακιώτης. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο χωριό του πατέρα του. Σε ηλικία 11 χρόνων ακολούθησε τον πατέρα του στο κλέφτικο. Στη συνέχεια εντάχθηκε σαν «μπουλουξής» στο σώμα του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, όπου διακρίθηκε για την ανδρεία του. Παντρεύτηκε την κόρη του Ζαχαριά, Αγγελίνα. Κατά τον ανηλεή διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου ο πατέρας του σκοτώθηκε(1805) από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε το θείο του Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα, εντάχθηκε στα Ρωσικά τάγματα και μετέβη στην Ιταλία για να πολεμήσει κατά του στρατού του Ναπολέοντα. Στη συνέχεια επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους, οι οποίοι στο μεταξύ τα είχαν καταλάβει με την συνθήκη Tilsit. Μυήθηκε(18/10/1818) στη Φιλική Εταιρεία από τον φιλικό Η. Χρυσοσπάθη, ενώ βρίσκονταν στην Καλαμάτα. Λίγο αργότερα, συμμετείχε στην εκστρατεία της Φιλικής Εταιρίας για την προετοιμασία του λαού και του επερχόμενο αγώνα, περιοδεύοντας για ένα διάστημα στην Πελοπόννησο μαζί με τον Αναγνωσταρά και τον Δ. Πλαπούτα. Η συμμετοχή του στον απελευθερωτικό αγώνα ήταν πλουσιότατη. Ήταν από τους πρώτους που συμμετείχε στην επανάσταση, από τις πρώτες στιγμές της. Πήρε μέρος και πρωταγωνίστησε σε πολλές μεγάλες και νικηφόρες μάχες: Βαλτέτσι, Δολιανά, Τριπολιτσά, Δερβενάκια, Αγιονόρος, Άγιος Σώστης κ.λ.π. Οι κύριες στιγμές όμως που ανέδειξαν την πολεμική του αρετή και ηρωισμό και συγχρόνως στάθηκαν αποφασιστικές για την επανάσταση, ήταν οι νικηφόρες μάχες στα Δολιανά(18/05/1821) και στα Δερβενάκια (26/07/1822).  Με την έκρηξη της επανάστασης, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, μπήκε στην Καλαμάτα(23/03/1821). Αμέσως μετά κατευθύνθηκε στην Τριπολιτσά για πάρει μέρος στην πολιορκία της. Επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στη νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι(12-13 Μαΐου 1821). Στα Δολιανά, λίγες μέρες μετά τη νίκη στο Βαλέτσι. Με 200 άνδρες κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μεγάλη τούρκική δύναμη (6000 ανδρών περ.) υπό τον Κεχαγιάμπεη. Εκεί μαχόμενος ηρωικά κατάφερε να προξενήσει πανωλεθρία στους Τούρκους, που άφησαν στο πεδίο της μάχης 300 νεκρούς και όλα τα πυροβόλα τους. Μετά τη μάχη αυτή προήχθη σε στρατηγό και ονομάσθηκε «Τουρκοφάγος». Λίγο αργότερα στάλθηκε από τον Κολοκοτρώνη να διευθύνει την πολιορκία του Ναυπλίου, για να φύγει λίγο αργότερα στην Α Στερεά, όπου οι επαναστάτες των Αθηνών τον εξέλεξαν αρχηγό τους. Επειδή αυτό προκάλεσε την αντίδραση των Μαυρομιχαλαίων, έφυγε για την Λειβαδιά, όπου μαζί με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο συμμετείχε στην προσπάθεια ανακατάληψης της πόλης. Μάλιστα με τον Ανδρούτσο έγιναν αδελφοποιητοί. Λίγο αργότερα επέστρεψε στην Πελοπόννησο και έλαβε υπό τον Θ. Κολοκοτρώνη ενεργό μέρος στην συνεχιζόμενη πολιορκία της Τριπολιτσάς(23/09/1821). Στην άλωση της πόλης ήταν από τους λίγους που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη διανομή των λαφύρων. Συμμετείχε(αρχές Δεκεμβρίου 1821) στην ανεπιτυχή πολιορκία του Ναυπλίου όπου κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί. Επικεφαλής 700 ανδρών, ανέβηκε πάλι στην Α Στερεά και πολέμησε μαζί με τον Ανδρούτσο στη Στυλίδα και την Αγία Μαρίνα(Απρίλιος 1822). Στα Δερβενάκια συμμετείχε(καλοκαίρι 1822) με το Θ. Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς στη συντριβή της εκστρατείας του Δράμαλη. Αρχικά συμμετείχε στην απόκρουση των Τούρκων στα Μεγάλα Δερβένια(26/07/1822), όπου διασκόρπισε την εκεί φρουρά. Η συμβολή του όμως υπήρξε ιδιαίτερα αποφασιστική αμέσως μετά στον 'Αγιο Σώστη, όπου πιάνοντας τα στενά της χαράδρας, κατάφερε να εξολοθρεύσει μεγάλο μέρος του στρατού του που οπισθοχωρούσε. Οι Τούρκοι άφησαν εκεί +3.000 νεκρούς. Σημαντική επίσης ήταν η συμβολή του και στη μάχη στο Αγιονόρι(ή Αϊνόρι), 2 ημέρες αργότερα, όπου οι Τούρκοι είχαν +600 νεκρούς. Κατά τις εμφύλιες διαμάχες(1823) τάχθηκε με το μέρος του Κολοκοτρώνη, εναντίον της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Ωστόσο επέδειξε συνετή στάση, αποφεύγοντας να πάρει μέρος στις μάχες και κάνοντας πολλές συμφιλιωτικές παρεμβάσεις. Μετά την οριστική επικράτηση των κυβερνητικών κατέφυγε στο Μεσολόγγι, όπου, αφού πέρασε στην υπηρεσία του Δ. Μακρή, κλείστηκε στην πολιορκημένη πόλη και πολέμησε κατά του Κιουταχή στη 2η πολιορκία. Στη συνέχεια, μετά την χορήγηση αμνησίας κατά την εισβολή του Ιμπραήμ, επέστρεψε στην Πελοπόννησο όπου, επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, συμμετείχε σε πολλές μάχες κατά του Αιγυπτιακού στρατού. Παράλληλα αρνήθηκε να υπογράψει το «Ψήφισμα της Υποτέλειας» το οποίο προέβλεπε την αναγνώριση της Μ. Βρετανίας σαν μοναδικής προστάτιδας δύναμης της Ελλάδας. Ακολούθησε(1826) τον Γ. Καραϊσκάκη με 800 αγωνιστές στην εκστρατεία του στην Α Στερεά και συμμετείχε στη νικηφόρα μάχη στην Αράχοβα(Νοέμβριος 1826). Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στο Ναύπλιο, αφού αρρώστησε βαριά από πλευρίτιδα. Αμέσως μετά την ανάρρωσή του, συνέχισε μαζί με τον Κολοκοτρώνη την αντίσταση κατά του Ιμπραήμ, συμμετέχοντες σε αρκετές μάχες. Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας διορίστηκε αρχηγός της Φρουράς. Κατόπιν πήγε πάλι στην Αττική και για να πολεμήσει στο πλευρό του Καραϊσκάκη κατά του Κιουταχή. Μετά την ήττα των Ελλήνων στο Φάληρο(24/04/1827) επέστρεψε στην Πελοπόννησο για να αντιμετωπίσει το στρατό του Ιμπραήμ στην Μεσσηνία. Μετά την απελευθέρωση προσχώρησε στη ρωσόφιλη παράταξη(κόμμα Ναπαίων). Ωστόσο, αγωνίστηκε αταλάντευτα για τη δικαίωση των αγωνιστών και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του λαού από τις ξένες επεμβάσεις. Μετά την άφιξη του Καποδίστρια ήταν από τους στενούς συνεργάτες του και τον υποστήριξε σ' όλο το διάστημα της αντιπολίτευσης εναντίον του. Έλαβε μέρος στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση του 'Άργους(1829), σαν πληρεξούσιος του Λεονταριού(Αρκαδίας). Στην Βαυαροκρατία, δεν συμμετείχε ενεργά στις πολιτικές διαμάχες, είχε όμως εκδηλώσει σαφώς την αντίθεσή του προς τους Βαυαρούς. Έτσι, μετά την άφιξη του 'Όθωνος έζησε απομονωμένος για να υποστεί πολλές διώξεις στη συνέχεια... Μετά την εκδήλωση του αντικυβερνητικού κινήματος στη Μεσσηνία (Αύγουστος 1834), συνελήφθη και φυλακίστηκε από την βαυαρική Αντιβασιλεία. Συνελήφθη(1839) με την άδικη κατηγορία της συνομωσίας σαν μέλος της «Φιλορθόδοξης Εταιρείας» που στρεφόταν εναντίον του Όθωνα. Τον εμφάνισαν μάλιστα σαν στρατιωτικό αρχηγό της οργάνωσης αυτής που είχε σαν στόχους την απελευθέρωση των υπόδουλων περιοχών και την στήριξη της ορθόδοξης πίστης. Φυλακίστηκε στο Παλαμήδι και δικάστηκε (11/07/1840), αλλά λόγω έλλειψης στοιχείων αθωώθηκε. Όμως η αθωωτική απόφαση προκάλεσε την οργή της κυβέρνησης η οποία με την προσυπογραφή του Όθωνα τον φυλάκισε στην Αίγινα. Στο μεταξύ λόγω των ταλαιπωριών και φυλακίσεων η υγεία του είχε κλονισθεί σοβαρά. Μάλιστα στη δίκη του είχε προσαχθεί καθιστός από αδυναμία. Τελικά αμνηστεύτηκε(18/09/1841) και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός. Μετά την ελευθέρωσή του ο Νικηταράς αποτραβήχτηκε με την οικογένεια του στον Πειραιά, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στα χρόνια αυτά ευτύχησε να τύχει κάποιας αναγνώρισης... Μετά την Επανάσταση του 1843 ονομάστηκε υποστράτηγος, ενώ μετά την συνταγματική εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1847 διορίστηκε γερουσιαστής, θέση που του επέφερε μια πενιχρή σύνταξη. Υπαγόρευσε τα απομνημονεύματά του στον Τερτσέτη και Σούτσο.  Με την γυναίκα του Αγγελίνα είχαν αποκτήσει έναν γιο, τον Γιάννη και 2 κόρες. Ο Γιάννης, έγινε στρατιωτικός, ενώ η μία από τις κόρες είχε ήδη τρελαθεί από την λύπη της βλέποντας τον πατέρα της σε κακή κατάσταση, μετά τον εκτοπισμό του στην Αίγινα... Ο Νικήτας Σταματελόπουλος άφησε την τελευταία του πνοή(25/09/1849), στον Πειραιά. Λησμονημένος, τυφλός και πάμφτωχος. Όλη η πορεία και δράση του Νικηταρά κατά την επανάσταση και μετά την απελευθέρωση χαρακτηρίζεται από ανιδιοτέλεια, τόλμη γενναιότητα και μετριοφροσύνη: «εις τους κινδύνους πρώτος, τη διανομήν των λαφύρων φεύγων». Χαρακτηριστικό είναι, ότι το μοναδικό του λάφυρο από τον αγώνα ήταν ένα δαμασκηνό σπαθί που πείστηκε να πάρει από τα πλούσια λάφυρα μετά τη μάχη στα Δερβενάκια. Αλλά κι αυτό το προσέφερε σ' έναν έρανο της προσωρινής κυβέρνησης στην Ύδρα, για να χρησιμεύσει στο αρμάτωμα του ελληνικού στόλου για τον ανεφοδιασμό του Μεσολογγίου. Για τις αρετές του αυτές έλαβε πολλά προσωνύμια. Η λαϊκή μούσα, μετά τις πρώτες του νικηφόρες μάχες του, τον είχε ονομάσει «Τουρκοπελέκα». Τον έλεγαν επίσης «Νέο Αχιλλέα», σαν γοργοπόδαρος που ήταν, και τέλος Νικηταρά. Πέραν αυτών κέρδισε και την ποιητική καταξίωση με την επίκληση «Πού 'σαι και συ Νικηταρά, που 'χουν τα πόδια σου φτερά».  Μπορεί(και) ο Νικηταράς να μη δικαιώθηκε στα μάτια των συγχρόνων του. Έχει όμως δικαιωθεί για πάντα-και θα ζει - στη λαϊκή συνείδηση. Και η φυσιογνωμία του θα καταλαμβάνει μια χρυσή και ανεξίτηλη σελίδα της νεώτερης Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου