Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Η ΠΕΙΝΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

Η ΠΕΙΝΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ
Ο επισιτισμός της Ελλάδος αποτελούσε ανέκαθεν ένα από τα σημαντικότερα προβλήματά της. Η φύση του ελληνικού εδάφους και οι κλιματολογικές συνθήκες ευνοούσαν την παραγωγή βιομηχανικών γεωργικών προϊόντων ή γεωργικών προϊόντων πολυτελούς επισιτισμού εξαιρετικά ευπρόσβλητα στην περίπτωση διεθνών κρίσεων. Αυτά ανταλλάσσονταν με τρόφιμα 1ης ανάγκης και ο όγκος των ανταλλαγών αυτών κατείχε σημαντική θέση στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Η Ελλάδα εξήγε καπνό, σταφίδα, κρασί, λάδι, σύκα, κ.ά. και εισήγε σιτηρά, κρέας και άλλα ζωοκομικά προϊόντα, ζάχαρη, ρύζι κ.ά. Πριν τον πόλεμο η Ελλάδα δεν είχε αυτάρκεια σε τρόφιμα και, για να διατηρηθεί το επίπεδο διατροφής του λαού, ήταν απαραίτητος ο συμπληρωματικός εφοδιασμός της από το εξωτερικό. Η Ελλάδα τα τελευταία 25 χρόνια έχει ν’ αντιμετωπίσει τις συνέπειες του Α’ ΠΠ, της Μικρασιατικής Καταστροφής και να ξεπεράσει τις οικονομικές επιπτώσεις και να αφομοιώσει το ενάμισι περίπου εκατομμύριο προσφύγων που έρχονται στην Ελλάδα από τη Μικρά Ασία. Οι προπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις λαμβάνουν δραστήρια μέτρα και προχωρούν σε μεταρρυθμίσεις για την αύξηση της γεωργικής παραγωγής. Παρ’ όλα αυτά, και η αυξανόμενη παραγωγή δεν ήταν αρκετή για να θρέψει ολόκληρο τον ελληνικό πληθυσμό και να εξασφαλίζει την αυτάρκεια της χώρας σε τρόφιμα και οι εισαγωγές αγαθών εξακολουθούν να είναι αναγκαίες. Ο ελληνικός αγροτικός πληθυσμός ζει με μεγάλη λιτότητα έχοντας ως κύριο διατροφικό μέσο το ψωμί. Η κατανάλωση κρέατος, γάλακτος, ψαριών και προϊόντων πολυτελείας(τσάι, καφές, κακάο κ.ά.) είναι εξαιρετικά χαμηλή. Καθώς πλησιάζει η έκρηξη του πολέμου η κατάσταση επιδεινώνεται. Οι τοπικές επιστρατεύσεις, οι στρατιωτικές προπαρασκευές και η εκτέλεση αμυντικών έργων απορροφούν ολοένα και περισσότερα αποθεματικά ποσά. Ταυτόχρονα ο κίνδυνος της σύρραξης προξένησε πανικό στον λαό με αποτέλεσμα την πρωτοφανή αγοραστική κίνηση σ’ όλη τη χώρα που εξαφάνισε κάθε διαθέσιμο απόθεμα αγαθών. Η έκρηξη του Β’ ΠΠ(1939) προκάλεσε δυσχέρειες στο εξωτερικό εμπόριο της Ελλάδος αλλά και στην υπερπόντια ελληνική ναυτιλία, που επέφερε αναπόφευκτες συνέπειες στον απαραίτητο εφοδιασμό από το εξωτερικό και κατ’ επέκταση στον εντοπισμό του ελληνικού πληθυσμού. Με την κήρυξη του πολέμου από τους Ιταλούς η Ελλάδα μετατρέπεται σε θέατρο επιχειρήσεων. Ο στρατός, που έχει προτεραιότητα στη διατροφή, απορροφά μεγάλο μέρος από τα αποθέματα τροφίμων και έτσι λιγοστεύουν συνεχώς οι ποσότητες που απομένουν για τον αστικό πληθυσμό. Κάθε διαθέσιμο συνάλλαγμα φυλάσσεται για την αγορά πολεμοφοδίων. Η επιστράτευση στερεί τη γεωργία από τα απαραίτητα εργατικά χέρια, ενώ η επίταξη των μεταφορικών μέσων και των υποζυγίων αποδυναμώνει και δυσχεραίνει καταστροφικά την παραγωγή. Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και η παρατεταμένη ξηρασία που οδηγεί σε μεγάλη μείωση της φθινοπωρινής σποράς(μόνο το 1/10 της κανονικής) και η έλλειψη σπόρων, λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων και καυσίμων εξαιτίας του πολέμου. Η σοδειά(1941) έχει πέσει στο μισό τόσο εξαιτίας του πολέμου αλλά και εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Το εθνικό εισόδημα, 62,8 δις. δρχ.(1939), πέφτει στα 23(1941). Οι εισαγωγές παύουν εντελώς, ενώ πολλά εργοστάσια κλείνουν εξαιτίας της έλλειψης πρώτων υλών και καυσίμων. Η ναυτιλία, που αποτελούσε ζωτικό πόρο για τη χώρα, παραλύει, όπως και η αλιεία που απαγορεύεται για στρατιωτικούς λόγους. Οι μεταφορές, σιδηροδρομικές και οδικές, περιορίζονται στο ελάχιστο. Με τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο η χώρα υπέστη ολέθριο πλήγμα στην οικονομική υποδομή της που θα τη σημάδευε και θα την έφερνε πολλά χρόνια πίσω. Για να μπορέσει να ανακάμψει, θα χρειάζονταν πολλά χρόνια, ακόμη κι αν μετά τον πόλεμο ακολουθούσε ειρηνική περίοδος ανοικοδόμησης. Το γεγονός ότι μετά τη σύρραξη ακολουθεί σκληρή και εξαντλητική Κατοχή, από πλευράς υλικών και ανθρώπινων πόρων, αποδεικνύει το μέγεθος της καταστροφής, αλλά και την απελπιστική κατάσταση στην οποία θα περιέλθει το ελληνικό στοιχείο. ΛΕΗΛΑΣΙΑ Οι Γερμανοί εισβάλλουν(Απρίλιος 1941) στην Ελλάδα και καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της. Συγχρόνως, οι Βούλγαροι, με την άδεια των Γερμανών, καλύπτουν σχεδόν όλη την Α Μακεδονία και τη Θράκη. Η χώρα διαιρείται σε 3 ζώνες κατοχής: γερμανική (Θεσσαλονίκη, Λήμνος, Λέσβος, Χίος, το μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης, Μήλος, Αίγινα, Σαλαμίνα, αεροδρόμιο Τατοΐου και Ελληνικού, Κηφισιά, Χαλάνδρι, Εκάλη, Ελευσίνα, λιμάνι του Πειραιά και σιδηρόδρομος Αθήνας-Θεσσαλονίκης), ιταλική(Πελοπόννησος, Ήπειρος, Θεσσαλία, Κυκλάδες, Σποράδες, Σάμος, Ιόνια νησιά και Α πλευρά Κρήτης) και  βουλγαρική. Η βουλγαρική περίπτωση εμπεριέχει ένα παράδοξο. Η Βουλγαρία κατέλαβε επαρχίες ενός κράτους προς το οποίο δεν είχε κηρύξει τον πόλεμο, ούτε ήρθε σε εχθροπραξίες μαζί του, ούτε απηύθυνε οποιαδήποτε προειδοποίηση ή τελεσίγραφο διατυπώνοντας κάποια αξίωση. Ακολουθώντας τα γερμανικά στρατεύματα, ο βουλγαρικός στρατός, με πλήθος διοικητικών αρχών, εγκαταστάθηκε μέχρι τον Στρυμόνα. Και η επίσημη ελληνική κυβέρνηση, στην Αθήνα αρχικά, στο εξωτερικό έπειτα, τηρούσε τυπική σιωπή απέναντι στη βουλγαρική εισβολή επί δυόμισι μήνες περίπου και θα κηρύξει τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας(αρχές Ιουλίου). Η βουλγαρική κατοχή του τμήματος αυτού της χώρας, η 3η και σκληρότερη στα τελευταία τριάντα χρόνια, υπήρξε πολύ βίαιη και συνοδευόταν από την καταστροφική οικονομική απομύζηση και συστηματικές ενέργειες εκβουλγαρισμού του ελληνικού στοιχείου. Στο πλαίσιο των ενεργειών αυτών εγκαταστάθηκαν στη χώρα μας δεκάδες χιλιάδες Βούλγαροι έποικοι οι οποίοι, όπως και ο υπόλοιπος βουλγαρικός στρατός, λυμαίνονταν τις ελληνικές περιουσίες. Χαρακτηριστικό της εκμετάλλευσης: οι Έλληνες χωρικοί καλλιεργούσαν τα χωράφια τους τα οποία είχαν παραχωρηθεί στους Βουλγάρους και έτσι ήταν αναγκασμένοι να πληρώνουν δυσβάσταχτους φόρους για τις περιουσίες και το εισόδημά τους. Δεν υπήρχε καμία μέριμνα από τις βουλγαρικές αρχές οι οποίες δεν έδειχναν το παραμικρό ενδιαφέρον για την τύχη του ελληνικού πληθυσμού. Συνέπεια όλων αυτών: η εμφάνιση φοβερής πείνας που αποδεκάτιζε τον πληθυσμό. Δικαίωμα στην παραγωγή είχαν μόνο οι Βούλγαροι, ενώ όσες φορές μερικοί Έλληνες αποκτούσαν προμήθειες πέραν του καθορισμένου τιμωρούνταν με φυλάκιση ή ακόμη και με θάνατο. Οι λόγοι αυτοί ανάγκασαν χιλιάδες κατοίκους της περιοχής να καταφύγουν στη γερμανική ζώνη της Θεσσαλονίκης. Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής έφτασαν εκεί πάνω από 25.000 με την προσδοκία ότι θα αντιμετωπίσουν καλύτερη μεταχείριση. Όσοι δεν τα κατάφερναν συλλαμβάνονταν και φονεύονταν από τις αρχές.  Στην υπόλοιπη Ελλάδα υπήρχε ουσιαστικά γερμανική διοίκηση αφού η ιταλική υπάκουε στις εντολές των Γερμανών. Και οι 2 κατακτητές φέρθηκαν στους Έλληνες με την ίδια και μεγαλύτερη σκληρότητα από αυτήν των Βουλγάρων, αν και οι Ιταλοί πολλές φορές υπήρξαν πιο ανεκτικοί. Χαρακτηριστικό, πάντως, και των 3 ήταν η αλόγιστη και χωρίς όρια εκμετάλλευση του ελληνικού πλούτου και η αδιαφορία για την απογύμνωση και την καταστροφή της ελληνικής οικονομίας. Στις υπόλοιπες κατακτημένες ή ουδέτερες χώρες οι Γερμανοί ακολούθησαν την πολιτική της «λογικής εκμετάλλευσης» των πλουτοπαραγωγικών πηγών, επειδή συνήθως αυτό εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους. Στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Ολλανδία, στη Δανία και στη Νορβηγία οι γερμανικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν το υπάρχον οικονομικό παραγωγικό δυναμικό καθώς και τον νομισματικό μηχανισμό και προέβαιναν σε ενέργειες για τη διατήρηση του πληθωρισμού. Όταν η τεχνική αυτή δεν απέδιδε παρά μόνο ασήμαντα ή δευτερεύοντα αποτελέσματα, τότε το Ράιχ κατέφευγε στην αρπαγή και στη λεηλασία. Παράδειγμα τέτοιων χωρών αποτελούν η Ελλάδα και η Ουκρανία. Οι Γερμανοί είχαν 2 κύρια οικονομικά ενδιαφέροντα στην Ελλάδα: προμήθειες αγαθών και μεταλλεύματα. Υπήρχε μόνο ένα σημαντικό εργοστάσιο παραγωγής πυρομαχικών(Μποδοσάκη), αλλά αφού τα υλικά έπρεπε να εισαχθούν από τη Γερμανία, οι μηχανές του αποσυναρμολογήθηκαν και στάλθηκαν εκεί, ενώ τα κτίρια μετατράπηκαν σε χώρο επισκευών της Luftfafe. Παρόμοια τύχη είχε και η υπόλοιπη ελληνική οικονομία.
Σύμφωνα με τα κείμενα των σχεδίων της Χάγης του 1899 και των Βρυξελλών και τον κανονισμό της Χάγης του 1907, όταν ένας στρατός καταλαμβάνει μια ξένη χώρα οφείλει να εξασφαλίσει τη συντήρησή του με τρόφιμα της πατρίδας του και να συμπληρώνει τις προμήθειές του, όταν αυτό χρειαστεί, από τους πόρους της κατεχόμενης χώρας υπό τον όρο να μην διαταράσσει δραματικά τη διατροφή του πληθυσμού. Οι δυνάμεις του Άξονα όχι μόνο δεν τήρησαν αυτό τον κανόνα, αλλά και ενήργησαν με τέτοιο τρόπο που έκαναν αδύνατη τη διατροφή των Ελλήνων με τα προϊόντα της χώρας τους. Το Ράιχ αφαίρεσε(01/05/1941-15/10/1942) κάθε χρήσιμο παραγωγικό εργαλείο και δεν έδωσε τίποτα, ή πολύ λίγα, σε ανταπόδοση καθιστώντας έτσι αδύνατη την ανάκαμψη της οικονομίας. Ολόκληρη η σοδειά κατασχέθηκε ως λεία πολέμου ή αγοράστηκε σε πολύ χαμηλές τιμές και μεταφέρθηκε στη Γερμανία. Όλα τα πολύτιμα για τις εξαγωγές αποθέματα σε λάδι, σταφίδα, καπνό, σύκα και ελιές κατασχέθηκαν με σκοπό πολλά από αυτά να θρέψουν τον γερμανικό στρατό της Βόρειας Αφρικής. Ακόμη και ελληνικό νερό στάλθηκε σ’ αυτή την περιοχή. Μέχρι και εργοστάσια τροφίμων ίδρυσαν οι Γερμανοί, για να κονσερβοποιούν τα ελληνικά προϊόντα και να τα στέλνουν στην πατρίδα τους. Όσον αφορά τις επιτάξεις, χαρακτήριζαν την ύπαρξη και των ελάχιστων ιδιωτικών αποθεμάτων ως λαθρεμπόριο πολέμου και έτσι όλοι έσπευδαν τρομοκρατημένοι να παραδώσουν ό,τι είχαν στην κατοχή τους ακόμη και φάρμακα. Συχνά επιβάλλονταν ομαδικές ποινές των κατοίκων σε τρόφιμα, ενώ πολλές ήταν και οι επιτάξεις ζώων. Στο ίδιο διάστημα μεταφέρθηκαν στη Γερμανία αγαθά αξίας 45,7 εκ. μάρκων, ενώ μέχρι το τέλος του ίδιου χρόνου έφτασαν τα 150 εκ.. Όλες οι αγορές έγιναν σε τιμές Κατοχής σε αναλογία 1 μάρκο προς 50 δρχ.. Στον τομέα της βιομηχανίας η υφαντουργία, που απασχολούσε χιλιάδες εργαζομένους, υπολειτουργούσε δημιουργώντας έτσι πάρα πολλούς ανέργους, ενώ η εμπορική ναυτιλία, που προσπόριζε σημαντικά έσοδα στη χώρα έπαψε να το πράττει, και ο πόλεμος σταμάτησε τα πολύτιμα εμβάσματα των Ελλήνων από το εξωτερικό.  Το γερμανικό οικονομικό επιτελείο έβλεπε τα ελληνικά μεταλλεύματα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Υλικά όπως το χρώμιο, ο βωξίτης, το μαγγάνιο, ο μόλυβδος και το νικέλιο ήταν ζωτικής σημασίας για τα κράματα των πυρομαχικών και οι Γερμανοί ήλπιζαν ότι με τα μεταλλεύματα αυτά θα κάλυπταν ένα μεγάλο μέρος των αναγκών τους στον τομέα αυτό. Έτσι εξηγείται και η ενέργεια του Ράιχ να καταλάβει την πλούσια σε χρώμιο περιοχή της Θεσσαλονίκης, ενώ η υπόλοιπη Μακεδονία ήταν στα χέρια των Βουλγάρων. Τα γερμανικά σχέδια στον τομέα αυτόν δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, αφού η προσδοκώμενη παραγωγή δεν επιτεύχθηκε ποτέ και διότι πολλές ήταν οι δολιοφθορές και οι ανατινάξεις των ορυχείων από μέλη της Εθνικής Αντίστασης. Οι Έλληνες ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν το κόστος κατοχής, δηλ.την κάλυψη όλων των αναγκών των κατακτητών με το ελληνικό προϊόν. Ο πόλεμος του 19401 είχε ήδη δημιουργήσει ένα τεράστιο έλλειμμα της τάξεως των 4,563 δις δρχ.(1940) και 7,516 δις δρχ.(1941). Αυτή τη χρονιά το κόστος κατοχής είναι τετραπλάσιο από τα προβλεπόμενα έσοδα. Η κακοδιαχείριση πριν επέσπευσε την επιδείνωση της οικονομίας η οποία δεν μπορεί να επωφεληθεί από τους φόρους και τα εισοδήματα που εισπράττονταν προπολεμικά. Το κόστος κατοχής(1941) φτάνει το 40% του εθνικού εισοδήματος, ενώ τον επόμενο χρόνο το 90%. Η διαδικασία αυτή συνετέλεσε στην ανοδική πορεία του πληθωρισμού που έφτασε σε απίθανα ύψη ως την Απελευθέρωση. Με την άνοδο του κόστους κατοχής η κυβέρνηση αναγκαζόταν να αυξήσει τις τιμές καθώς η κίνηση της δρχ. αυξανόταν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, νέα άνοδο του κόστους κατοχής και έτσι συνεχιζόταν ο φαύλος κύκλος. Ο πληθωρισμός δεν ήταν μόνο συνέπεια των συνθηκών αυτών. Ήταν συνάμα και το αποτέλεσμα εσκεμμένων ενεργειών των κατακτητών, που σκόπευαν σε τρεις βασικούς στόχους. (1)είχαν την ευχέρεια να αποκτούν ό,τι χρειάζονταν πληρώνοντας σε νόμισμα χωρίς εσωτερική αξία. (2)υποχρέωναν τον ελληνικό λαό, με τις άθλιες συνθήκες που δημιουργούσαν, να πουλήσει τα σπίτια, τα κοσμήματα και τα υπάρχοντά του και να στραφεί προς τον κατακτητή ζητώντας δουλειά στα εργοστάσια της Γερμανίας(οι Έλληνες καταναγκαστικοί εργάτες στο «έδαφος του Ράιχ» φτάνουν τις 16.000(Σεπτέμβριος 1944)). (3)με την πείνα και την εξαθλίωση προσπαθούσαν οι κατακτητές να αποδυναμώσουν την αντιστασιακή δράση. Για τη διευκόλυνση των αγορών τους, οι δυνάμεις του Άξονα εξέδωσαν δικό τους νόμισμα τους πρώτους μήνες της Κατοχής. Οι Γερμανοί τα μάρκα κατοχής, οι Ιταλοί τη μεσογειακή δρχ.(στα νησιά του Ιονίου την ιονική) και οι Βούλγαροι το επίσημο βουλγαρικό νόμισμα, το λέβα. Τα νέα νομίσματα δεν έφεραν καμία υπογραφή παρά μόνο τα στοιχεία της σειράς και τον αύξοντα αριθμό και δεν είχαν αξία εκτός Ελλάδος. Αφού τα χρησιμοποίησε για την αγορά μεγάλης ποσότητας αγαθών το Ράιχ τα αποσύρει(Αύγουστος 1941) και τα αντικαθιστά με ισοτιμία 60 προς 1 για το μάρκο και 1 προς 1 για τη μεσογειακή δρχ.. Ακόμη και έτσι η Τράπεζα της Ελλάδος εξακολούθησε να τυπώνει ελληνικές δρχ. χωρίς αντίκρισμα, αφού τα αποθέματα χρυσού είχαν φυγαδευτεί και τα έδινε στους κατακτητές είτε με τη μορφή αποζημίωσης είτε δανεισμού! Με τις ογκώδεις δεσμίδες δρχ. που έπαιρναν Γερμανοί και Ιταλοί, αγόραζαν σε χαμηλές τιμές τα προϊόντα της χώρας στους τόπους παραγωγής τους. Οι 763.000 χρυσές λίρες και τα 11.265 χρυσά φράγκα που διοχετεύθηκαν από την Τράπεζα του Ράιχ με ενέργειες του οικονομικού πληρεξουσίου Neubacher δεν ήταν αρκετά για να αποτρέψουν το οικονομικό χάος. Η ποσότητα των δρχ. σε κυκλοφορία έφτασε(Ιούλιος 1941) τα 24 δις, τα 49 δις(Δεκέμβριος), τα 306 δις(1942), τα 550(Ιούνιος 1943) και τα 3,1 τρις(Δεκέμβριος 1943). Τους τελευταίους μήνες της Κατοχής οι γερμανικές απαιτήσεις ανέρχονταν σε 50 δις. ημερησίως, ενώ η κυβέρνηση τύπωνε περίπου 500 δις σε ημερήσια βάση. Μετά το τέλος του πολέμου η νομισματική κυκλοφορία έχει φτάσει στο ασύλληπτο ποσό των 7.305.500.000.000.000 δρχ. σε αντίθεση με τα 11 δις(1940). Την περίοδο αυτή το μικρότερο τραπεζογραμμάτιο που κυκλοφορούσε ήταν αξίας 100 δις δρχ.(είχε αγοραστική δύναμη μικρότερη της μιας προπολεμικής δραχμής ή σε είδος, την αξία ενός αβγού), ενώ το κόστος μιας εφημερίδας έφτανε τα 500 δις δραχμές. Μία οκά ψωμί, που στοίχιζε 10 δρχ.(1941), έφτασε να πωλείται 153 εκ(Σεπτέμβριος 1944). Τα είδη πρώτης ανάγκης ανέβηκαν 50.000 φορές ενώ οι μισθοί μόνο 2.000 φορές. Οι μισθοί(μόλις επαρκούσαν για 3 οκάδες λάδι ή 6 ψωμί) ορίζονταν από επιτροπή, για να ανταποκρίνονται κατά το δυνατόν στις συνεχείς αυξήσεις των ειδών διατροφής. Το κόστος ζωής(1940), διπλασιάσθηκε το α’ εξάμηνο της Κατοχής. Ήταν 335 φορές μεγαλύτερο του προπολεμικού(Οκτώβριος 1943), 828(Δεκέμβριος 1943), και είχε φτάσει σε ιλιγγιώδη επίπεδα(τέλος Κατοχής, Οκτώβριος 1944). Η χρυσή λίρα, στην αναλογία με τη δρχ. 1 προς 375 πριν τον πόλεμο, έφτασε στο 1 προς 600.000 για μεγάλο διάστημα αυτού. Εξαιτίας του πληθωρισμού η συνολική ζημιά που υπέστη η χώρα ως την 01/10/1944 έφτανε τις 27.452.262 χρυσές λίρες. Τέθηκε σε κυκλοφορία(10/11) η νέα δραχμή. Η σχέση της με την παλαιά ορίσθηκε: 1 νέα δρχ.=50 δις παλαιές δρχ. και η σχέση της με την αγγλική χάρτινη λίρα ήταν 600 νέες δρχ..  Με τη στροφή του πολέμου προκύπτει μια αλλαγή της λειτουργίας της Ελλάδος στην όλη ναζιστική στρατηγική. Λόγω της γρήγορης προέλασης των βρετανικών μονάδων μετά τη μάχη του Ελ Αλαμέιν(23/10/1942), η Ελλάδα δεν είναι πια διαμετακομιστική χώρα για τα γερμανοϊταλικά στρατεύματα Β. Αφρικής, αφού αναμένεται Συμμαχική επίθεση κατά της ΝΑ Μεσογείου. Έτσι η χώρα από βάση εφοδιασμού και εξόρμησης γίνεται οχυρό που πρέπει να προστατεύσει το πολιτικά και πολεμοοικονομικά σημαντικό ΝΑ τμήμα της ναζιστικής αυτοκρατορίας από επιθέσεις προς Ν. Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών και την αποχώρηση της 11ης Ιταλικής Στρατιάς, δυνάμεως 25.000 ανδρών, το ναζιστικό καθεστώς επεκτάθηκε σ’ όλη την Ελλάδα πλην της βουλγαρικής ζώνης. Όλα αυτά ενέτειναν την τρομοκρατία και κλιμάκωσαν την κατοχική εκμετάλλευση.  Η εξαντλητική οικονομική πολιτική των Γερμανών αποσκοπούσε στην εξασφάλιση προμηθειών για τις δυνάμεις Κατοχής, στην αποστολή πρώτων υλών και εργατικού δυναμικού στη Γερμανία και στη διείσδυση και κυριαρχία του γερμανικού κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία. Η γερμανική πολιτική απέβλεπε γενικότερα στην εφαρμογή ενός σχεδίου περιορισμένης εκβιομηχάνισης των χωρών της ΝΑ Ευρώπης, με την ίδρυση εργοστασίων προσανατολισμένων στην ελαφρά βιομηχανία. Οι μονάδες αυτές θα λειτουργούσαν συμπληρωματικά ως προς τη βαριά γερμανική βιομηχανία και θα βοηθούσαν στην αποδιάρθρωση των παλαιών οικονομικών δομών στις χώρες αυτές και στην αποδέσμευση πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού που θα μπορούσε να απορροφηθεί από τη γερμανική βιομηχανία.  ΠΕΙΝΑ ΑΙΤΙΑ  Οι πρώτες ελλείψεις έχουν αρχίσει να εμφανίζονται πριν ακόμη την έλευση του κατακτητή. Μετά την αρχή της Κατοχής η πείνα κάνει αισθητή την παρουσία της, χωρίς να φτάσει όμως ακόμη στο σημείο που θα βρεθεί αργότερα. Τα εισοδήματα, οι μισθοί και οι συντάξεις έχουν σχεδόν εκμηδενισθεί(αρχές φθινοπώρου 1941). Τα περισσότερα λαϊκά συσσίτια(καλοκαίρι) διακόπτουν τη λειτουργία τους γιατί δεν διαθέτουν τα μέσα και δεν βρίσκουν τρόφιμα.  Η διαίρεση της χώρας σε 3 ζώνες κατοχής κάνει πολύ πολύπλοκη τη διανομή τροφίμων. Αν και η βουλγαρική ζώνη περιελάμβανε μόνο το 11% του πληθυσμού και το 15% του εδάφους, διέθετε ωστόσο το 40% της παραγωγής σιταριού, το 60% της παραγωγής σίκαλης και αβγών, το 50% των οσπρίων και το 80% του βουτύρου, προϊόντα που πρωταγωνιστούσαν στην ελληνική διατροφή. Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής η Βουλγαρία δεν αποδέχθηκε να παραχωρήσει κανένα από αυτά τα αγαθά στις υπόλοιπες ζώνες, οι οποίες περιελάμβαναν και τα μεγάλα αστικά κέντρα. Των τελευταίων μάλιστα ο αριθμός είχε αυξηθεί δραματικά μετά την αποχώρηση των στρατιωτών από τις εμπόλεμες ζώνες και τη μεταφορά τους εκεί, όπου περίμεναν ότι το ελληνικό κράτος θα τους μετέφερε στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Η κυβέρνηση δεν κατορθώνει να συγκεντρώσει το σιτάρι και τα άλλα γεωργικά προϊόντα από τη γερμανοϊταλική αγροτική ζώνη αφού οι χωρικοί κρύβουν τη σοδειά τους. Πολλοί, ιδιαίτερα οι εύποροι αγρότες, διατηρούν κρυφές αποθήκες, για να ανεβάζουν τις τιμές, ενώ αρκετές οικογένειες έχουν στη διάθεσή τους προμήθειες μέχρι την επόμενη σοδειά. Συχνά μάλιστα γίνονται εκκλήσεις από διάφορες αντιστασιακές ομάδες που προτρέπουν τους παραγωγούς να μην παραδώσουν στις αρχές τα γεωργικά προϊόντα, ώστε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να σταλούν αυτά στη Γερμανία. Δηλ., στην ελληνική υπηρεσία εφοδιασμού φτάνει μόνο το 4% της ήδη μειωμένης σοδειάς σιταριού και μόνο το 2% των υπολοίπων δημητριακών. Η επίθεση του Hitler στη ΕΣΣΔ ματαίωσε κάθε πιθανότητα εφοδιασμού με σιτάρι από την περιοχή αυτή. Εξάλλου το αρχηγείο του Ράιχ διεμήνυε ότι, αφού άλλες χώρες όπως το Βέλγιο, η Νορβηγία και η Ολλανδία ήταν περισσότερο σημαντικές από την Ελλάδα, θα έρχονταν πρώτες στις αποστολές τροφίμων και έτσι η χώρα μας δεν είχε να περιμένει και να ελπίζει βοήθεια από τη Γερμανία. Εκτός των άλλων, ένας καθοριστικός παράγοντας στο ζήτημα της πείνας ήταν ο αποκλεισμός των Συμμάχων. Η Βρετανία είχε σφυρηλατήσει ένα σιδερένιο κλοιό γύρω από την ηπειρωτική Ευρώπη και κανένα εμπόρευμα δεν επιτρεπόταν να περάσει σε καμιά κατεχόμενη χώρα ώστε να μην υπάρχει η δυνατότητα εφοδιασμού των κατακτημένων χωρών του Άξονα... Η πολιτική αυτή, που είχε δοκιμασθεί και κατά τον Α’ ΠΠ, ήταν απόλυτη και έπρεπε να διατηρηθεί με κάθε θυσία αφού θεωρούνταν αναγκαία για το νικηφόρο και σύντομο τέλος του πολέμου. Κάθε χαλάρωση του αποκλεισμού θα ευνοούσε τον εχθρό και έτσι ο πόλεμος θα παρατεινόταν. Μόνο η συμμαχική νίκη θα σήμαινε στην ουσία τροφή για την Ευρώπη. Οι ανάγκες του πολέμου θα μπορούσαμε να πούμε ότι δικαιολογούσαν ένα τέτοιο μέτρο. Όμως, στην περίπτωση αυτή, η Ελλάδα θιγόταν περισσότερο λόγω της θέσης της και επειδή ήταν αναγκασμένη να καλύπτει το διατροφικό έλλειμμά της με εισαγωγές από το εξωτερικό. Με τον αποκλεισμό, κάθε αποστολή βοήθειας από άλλες χώρες γινόταν αυτομάτως αδύνατη. Όπως και να είχε η κατάσταση, πάντως, η Ελλάδα ήταν μια συμμαχική χώρα που ο ηρωισμός της και η σθεναρή αντίστασή της εναντίον του κατακτητή είχαν αποσπάσει τον παγκόσμιο θαυμασμό (και ιδιαίτερα τον βρετανικό) και είχε εμψυχώσει τον υπόλοιπο κόσμο να αντισταθεί στον Άξονα. Η χώρα αυτή τώρα είχε αφεθεί αβοήθητη στη μοίρα της. Πολλοί Έλληνες είδαν τον αποκλεισμό ως πράξη απαξίας από πλευράς των Συμμάχων. Η άρση του, από την άλλη, θα έσωζε χιλιάδες ζωές. Ήδη από τον Μάιο του 1941 οι προβλέψεις για τον ερχόμενο χειμώνα είναι κάτι παραπάνω από ανησυχητικές. Ο Γερμανός πληρεξούσιος Altenburg ενημερώνει(07/05) τον υπουργό Εξωτερικών του Ράιχ και τη γερμανική διοίκηση ότι η πείνα θα εξαπλωνόταν εάν το κενό των τροφίμων δεν έκλεινε. Στο Βερολίνο γίνονται συζητήσεις μεταξύ των αρμοδίων για το θέμα, αλλά η απάντηση είναι αρνητική, ενώ δίνεται η εντολή στον πληρεξούσιο να ξεχάσει κάθε απαίτηση από τη Γερμανία. Οποιαδήποτε προμήθεια από τη Ρωσία δεν είναι εφικτή, όπως και ο εφοδιασμός των ιταλικών ζωνών από τη γερμανική καθώς η τελευταία ήταν η πολυπληθέστερη. Μάλιστα ο Hitler παραχωρεί(Οκτώβριος) την ευθύνη για τη διατροφή των Ελλήνων στους Ιταλούς οι οποίοι διά στόματος Mussolini απαντούν ότι ο Hitler «πήρε από τους Έλληνες ακόμη και τα κορδόνια των παπουτσιών τους και περιμένει τώρα από τους Ιταλούς να τους θρέψουν». Ο Altenburg, έχοντας συναίσθηση της κατάστασης και προσπαθώντας να τη βελτιώσει ζητά 10.000 τόνους δημητριακών το καλοκαίρι, αλλά το γερμανικό Υπουργείο Γεωργίας αρνείται και πάλι. Μόνο όταν οι εκθέσεις του πληρεξουσίου έδειχναν καθαρά ότι η οικονομική κρίση και η επερχόμενη πείνα θα απειλούσαν τα γερμανικά στρατιωτικά συμφέροντα αναγκάστηκαν οι αρμόδιοι του Ράιχ να δώσουν κάποια προσοχή. Ο Γερμανός πληρεξούσιος παρουσιάζει μια ανάλυση του οικονομικού προβλήματος και ζητά εκτός των άλλων μείωση του κόστους κατοχής, για να αποτραπεί η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας. Στον επίλογό του τονίζει ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην απώλεια των προμηθειών λαδιού και μεταλλευμάτων που ήταν τόσο απαραίτητα για τη Γερμανία. Φθάνουν στην Ελλάδα(Σεπτέμβριος) 10.000 τόνοι δημητριακών. Όμως ξεκαθαρίζεται ότι άλλη βοήθεια δεν πρόκειται να αποσταλεί.
Η πείνα-είχε προβλεφθεί τον Μάιο-, γίνεται τώρα πολύ έντονη(1η βδομάδα Οκτωβρίου). Τα αποθέματα δημητριακών έχουν εξαντληθεί. Οι Ιταλοί πιέζουν τους Βουλγάρους, που κατέχουν τις πιο παραγωγικές περιοχές, να στείλουν 100.000 τόνους δημητριακών αλλά αυτοί αρνούνται και η πίεση από την πλευρά των Γερμανών αποτυγχάνει. Μετά την άρνηση αυτή, οι Ιταλοί στέλνουν 800 τόνους δημητριακών, ενώ οι Γερμανοί 10.000.  Δυστυχώς το πλοίο που εκτελούσε τη μεταφορά βυθίστηκε από τους Άγγλους έξω από τις ελληνικές ακτές και ο Γερμανός πληρεξούσιος ζητά άλλο φορτίο το οποίο δεν φθάνει ποτέ στην Ελλάδα. Οι Γερμανοί προσπάθησαν να λύσουν υπεύθυνα και μόνιμα το πρόβλημα της έλλειψης αγαθών μόλις το καλοκαίρι του 1942.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου